Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ


Ο άνεμος τρεκλίζει ενθουσιώδης φέρνοντας
φύλλα στα δέντρα του Πάρκου,
η χλόη είναι από ώρα ολόγυρα
στα τείχη του Κάστρου, τα πλοία
μπαίνουν στη σειρά από την αμμουδιά ένα-ένα
συστήνοντας τη Μεγάλη Αρμάδα.
Οργισμένη, απόκληρη είναι μια μέρα
που γυρνάει από το ψύχος
σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα
και προχωράει, και όλο θέλει. Μα εδώ
είσαι εσύ, εσύ η ασύνορη:
κι έτσι ο ακίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,
ο δυνάστης που μας στρώνει το κρεβάτι να πέσουμε
ζωντανοί να κοιμηθούμε.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΣΤΑΛΑ-ΣΤΑΛΑ






Και τώρα είμαι η σταγόνα του νερού,
αιώνες κι αιώνες πέφτω πάνω στο μάρμαρο,
ό,τι λέω έχει ήδη από άλλους λεχθεί,
το επαναλαμβάνω και το επαναλαμβάνω συνέχεια.
Να να τρυπήσω τη μάζα μια μέρας είναι το πεπρωμένο μου
και όχι να είμαι το αποτύπωμα, η τομή, το στίγμα,
λέξεις γνωστές σε όλους και κοινολεκτούμενες,
αλλά αυτό που έχει δραπετεύσει από την πέτρα:
άπειρος, διςσπαρμένος, ανέφικτος.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

ΨΑΛΜΟΣ


ΨΑΛΜΟΣ
(Σχέδιο 2 αφιερωμένο στον Καρλ Κράους)

Είναι ένα φως που το έσβησε ο άνεμος.
Είναι ένα καπηλειό που το εγκαταλείπει
Κάποιος μεθυσμένος στο δείλι.
Είναι ένας αμπελώνας καμένος και μαύρος
Με τρύπες όλο αράχνες.
Είναι ένας χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα.
Ο τρελός πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες
Του Νότου,
Για να υποδεχτεί τον θεό Ήλιο. Κάποιος χτυπά
Τα τύμπανα.
Οι άντρες χορεύουν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς μες σε
Περικοκλάδες και άνθη της φωτιάς,
Όταν τραγουδά η θάλασσα.
Ω, ο χαμένος μας παράδεισος.
Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση.
Θάβουν τον ξένο. Και τότε αρχίζει μια βροχή
Μαρμαρυγής.
Ο γιος του Πάνα εμφανίζεται με τη μορφή ενός
Χωματεργάτη
Που αποκοιμιέται το μεσημέρι πάνω στην
Πυρωμένη άσφαλτο.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή ντυμένα με
Φουστανάκια σπαραξικάρδιας φτώχειας!
Είναι κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σ’ έναν
Τυφλωμένο καθρέφτη.
Στα παραθύρια του νοσοκομείου ζεσταίνονται
Αυτοί που αναρρώνουν.
Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει
Αιματηρές επιδημίες.

Αθόρυβα ανοίγουν πάνω από τον Τόπο του Κρανίου Τα χρυσαφένια μάτια του Θεού
BIBLIOTHEQUE.GR

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ



Υποκρίσου
Πως είσαι η άνθινη σκιά των λουλουδιών
Που κρέμονται την άνοιξη
Η μέρα η πιο σύντομη του έτους και η νύχτα η εσκιμώα
Η αγωνία των οραματιστών του φθινοπώρου
Των ρόιδων το άρωμα το σοφό έγκαυμα της τσουκνίδας
Άπλωσε διάφανα βαμβακερά
Στων ματιών σου το ξέφωτο
Δείξε τις λεηλασίες της φωτιάς τα εμπνευσμένα τους έργα
Και τον παράδεισο της τέφρας της
Το αφηρημένο φαινόμενο
Που παλεύει με τους δείχτες του εκκρεμούς
Τις πληγές της αλήθειας τα άκαμπτα κηρύγματα
Τον εαυτό σου δείξε
Μπορείς να εξέλθεις με μιάν εσθήτα κρυστάλλινη
Το κάλλος σου διαρκεί και συνεχίζεται
Τα μάτια σου στάζουν δάκρυα θωπείες χαμόγελα
Τα μάτια σου δεν έχουν μυστικό
Δεν έχουν όρια.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Τίποτε καινούργιο


Καλώς ήλθες φθινόπωρο
Από όλες τις εποχές του χρόνου
Μόνο εσύ τόσο μας καταλαβαίνεις
Ο ήλιος από το Σεπτέμβρη δεν ευκαιρεί
Κοιτάζει ανοιχτά μόνο το συμφέρον του
Κι αποτραβιέται σε άλλους ουρανούς και πέρα κόσμους
Καταμετρά τις ασθενικές αχτίδες του συνοφρυωμένος
Πίσω από το μεσοπέλαγο όπου τορπιλίστηκε το σεληνόφως
Και κουνά επικριτικά το κιτρινισμένο του δάχτυλο
Αν ικετεύσουμε στο πρόωρο ηλιοβασίλεμα
Λίγο φως ακόμη
Τα γκρίζα της βροχής σύννεφα
Και το απογευματινό μεγάλωμα της νύχτας
Είναι το δικό μας πρόσωπο το θλιμμένο
Βαθιά σημαδεμένο από τις υψηλές θερμοκρασίες που προηγήθησαν
(πάγωσαν στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού τα χαμόγελά μας)
Κι από τους κρύους που έπονται χειμώνες
(το χιόνι θα κάψει τις βαρκούλες
τ’ άσπρα καράβια που αρμενίζουν
μέχρι και την τελευταία σανίδα σωτηρίας)
Καλώς ήλθες φθινόπωρο
-κι εσύ ακόμα ήλιε με τα δόντια!-
Από όλες τις εποχές του χρόνου
Μόνο εσύ τόσο μας καταλαβαίνεις
Πού καιρός να δούμε εμείς τον κόσμο
Μέσα από τα ευάλωτα μάτια μας
Υπάρχει κίνδυνος στ’ αλήθεια να εκτεθούμε
Στα μεταίχμια της παγωνιάς και του θέρους
Να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι
Πως είμαστε μια ξέφρενη τροχιά
Που χρόνο με το χρόνο φθίνει
Γύρω από έναν άγνωστο πλανήτη
Κι ο κλειστός κύκλος της αλλαγής των εποχών
Τίποτε καινούργιο στη γη δε θα φέρει
Lucifugo, a diavolo in corpo

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Το δις εξαμαρτείν







My picture is hunting its shadow in here:
http://www.magic4walls.com/wallpaper/floating-girl-flying-in-fire-46734.html





Σκύβαμε στην όχθη
οι φτέρνες διψούσαν πιο πολύ για νερό
γδαρμένες γλώσσες
σε ένα φλύαρο λαχάνιασμα
φυγής.
Ο δρόμος
όταν φεύγεις
ποτέ στρωμένος,
πάντα γεμάτος χαλίκι κι αγκάθια.
Σαδιστικά μαστιγώνει το βήμα σου
αναγκάζοντάς σε να ομολογήσεις.
Θα το ξανάκανες το ταξίδι
ή εύχεσαι να είχες μείνει
στην αχυρένια καλύβα σου;
Λύκος δεν υπάρχει.
Εσύ κυνηγάς τον εαυτό σου
εσύ χτυπάς από έξω τις πόρτες
εσύ κρύβεσαι μέσα
εσύ πλησιάζεις το μούτρο σου στο τζάμι
εσύ το σκας από το πίσω παράθυρο
και παίρνεις και το δολοφόνο σου μαζί.
Είναι που είσαι συντροφικό ον
και δυαδικός
σαν δίδυμα γεννημένος
με μία σκιά
που άγρια σε καταδιώκει
κάθε φορά που ομολογείς
πως κατ' επανάληψη καις το καλύβι σου
και ξανακάνεις το ταξίδι
που κόστισε εκατομμύρια αστέρια
πολύτιμου ουρανού σου
και εξαιτίας του πλέον,
τυφλός, κινδυνεύεις
στον ορατό κόσμο
με μόνη ανάπαυλα
τη στιγμή που σκύβεις στην όχθη
ποτίζοντας τη σπίθα της Ψυχής σου
κι αναγνωρίζοντας τον εαυτό σου
στο καθρέφτισμα της σκιάς
που αναδύεται απ' το νερό
που φουσκώνει.

http://pavlidoykakia.blogspot.gr/

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΕΤΡΟΧΕΛΙΔΟΝΟ








Πετροχελίδονο με φτερά ανοιγμένα διάπλατα που γυροφέρνει το σπίτι και φωνάζει τη χαρά του. Έτσι είναι και η καρδιά.


 Αποξηραίνει το αστροπελέκι. Σπέρνει στον ξάστερο ουρανό. Το χώμα σαν αγγίξει, σκίζεται, σκίζεται.


 Η ατάκα του — το χελιδόνι. Δεν γουστάρει οικειότητες. Τί αξίζει δαντέλα για περιλαίμιο;


 Το διάλειμμά του είναι μι’ ανάπαυλα στην πλέον ερεβώδη γούβα μέσα. Κανένας δεν περνάει πιο στενόχωρα από τούτο.


 Στο φέγγος το μακρύ τού θέρους ξαμολιέται μέσ’ απ’ τις περσίδες τού μεσονυκτίου και ψαλιδίζει τα σκοτάδια.


 Δεν είναι μάτια να το συγκρατήσουνε. Φωνάζει, και τούτη είν’ απλώς όλη κι όλη η παρουσία του. Λεπτόκαννο ντουφέκι θαν το ρίξει καταγής. Έτσι είναι και η καρδιά.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search?updated-max=2017-09-08T00:00:00%2B03:00&max-results=15

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΓΛΩΣΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΛΗ









Δεν έχουμε γλώσσα για τα τέλη,
για την πτώση του έρωτα,
για τους συμπαγείς της αγωνίας λαβύρινθους,
για το φιμωμένο σκάνδαλο
των αμετακλήτων καθιζήσεων.


Πώς να το πεις σε όποιον μας εγκαταλείπει
ή σε όποιον εμείς εγκαταλείπουμε
που η πρόσθεση επί πλέον απουσίας στην απουσία
είναι των ονομάτων όλων πνιγμός
και ανέγερση τειχών
γύρω από την κάθε εικόνα;


Και πώς να κάνεις σινιάλο σ’ οποίον πεθαίνει,
όταν όλες οι χειρονομίες έχουνε πια ξεραθεί,
οι αποστάσεις συγχέονται σ’ ένα χάος απρόβλεπτο,
όσα είναι δίπλα σου καταρρέουν σαν άρρωστα πουλιά
και του πόνου το στέλεχος
σπάει σαν του σακατεμένου αργαλειού
τη σαΐτα;


Ή πώς να μιλήσει ο καθείς στον εαυτό του
όταν τίποτα, όταν κανένας πια δεν μιλάει,
όταν τ’ αστέρια και τα πρόσωπα
είναι εκκρίσεις ουδέτερες
σ’ έναν κόσμο μέσα που έχει χάσει
τη μνήμη του πως είναι κόσμος;


Ίσως μια γλώσσα για τα τέλη
ν’ απαιτεί την πλήρη κατάργηση των άλλων γλωσσών,
την ατάραχη σύνθεση
των καμένων γαιών.


Ή ίσως και να δημιουργεί μια ομιλία με διάκενα,
που επανενώνει τους ελάχιστους χώρους
τους διάσπαρτους μεταξύ σιωπής και λόγου
με τα άγνωστα και άνευ ορέξεων σωματίδια
που μόνον εκεί διαλαλούν
την έσχατη ισοδυναμία
της εγκατάλειψης με το συναπάντημα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search?updated-max=2017-09-07T00:00:00%2B03:00&max-results=15





Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΕΧΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ





Φύρερ Πογκλάβνικ απαράμιλλε στην ιταμότητα Ντούτσε
  Κοντουκατόρ Καουντίλιο
θεριά από τσιγαρόχαρτο που φάγατε
  μηδέν ασυνήθιστο
με βουλιμία μεγάλης αμαξοστοιχίας
αν και αγνοούσατε συλλήβδην την ταχύτητα
  σκυλόδοντα της Ιστορίας
τενεκέδες από μιλιταριστικά /ας πω κ’ εγώ την ψευτολέξη/
  απωθημένα
  ο θάνατος ωστόσο σας απαλαίνει
με παράσημα-λειχήνες απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ
  διωγμένους από έμορφους στίχους και παρηχήσεις
με λάθη παχύδερμα καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας
  κι ωστόσο μοιραζόσαστε την ανυπαρξία
με άλαλον Ιησού με Βούδδα με Σωκράτη με όλους
  τους ακράτητους πεθαμένους
ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα στα γιγαντόσωμα.
  Η μουσική σας υπήρξε υδροπλάνο
νεκρώσιμη ακρίδα οπού ασθμαίνει ακόμη
  στα μετεωρολογικά δελτία.
Σοπράνο η φιλοδοξία στο σημαιοστόλιστο σεργιάνι.
Σήμερα είναι ήδη χτες του πληχτικού σας μέλλοντος
  ναυτίλος η ενόραση και οι τένοντες
τα ανατομικά πεντάγραμμα του αρθριτικού μου απείρου.


Από την ποιητική συλλογή: «Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα» (1980).
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα, Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 84.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ






Όταν ανοίγω στα πράγματα την πόρτα του εαυτού μου:
ποιός μου κλέβει το αίμα, το είναι, την πραγματικότητά μου;
Ποιός με σπρώχνει στο κενό
όταν ανασαίνω; Ποιος είναι
ο δήμιός μου που μένει μάλιστα μέσα μου;


Ω Χρόνε! Ω όψη εσύ πολλαπλή.
Όψη πολλαπλάσια του εαυτού μου.
Βγες έξω από τις ρίζες της μουσικής. Βγες έξω
από τον θρήνο μου. Ύψωσε το γελαστό σου προσωπείο.
Περίμενέ με να σε φιλήσω, κάλλος εσύ σπασμωδικό.
Περίμενέ με στην πύλη της θάλασσας. Περίμενέ με
στο πράγμα εκείνο που αιώνια αγαπάω.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ

Γυρίζοντας σπίτι, με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη! Το βιβλίο της φίλης ποιήτριας Κυριακής Λυμπέρη!
Ευχαριστώ θερμά και εύχομαι πάντα εμπνεύσεις!

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Γιάννης Γκούμας, Ποιήματα



Ο αληθινός μου εαυτός θα είναι όταν πεθάνω.
Παρμένος από μια ζωή αφόρητη
στην πραγματικότητα. Δυσκολεύτηκα να την ανεχθώ,
αλλά δεν το βάζω κάτω, την θεώρησα
ότι άξιζε, άξιζε τουλάχιστον να βάλω το μυαλό μου
σε δοκιμασία. Η κάθε μέρα
μελανιάζει τις φιλοδοξίες και τις αρετές μου.
Οι στιγμές ξεχειλίζουν από ετερότητα.
Όπως ένα κερί λιωμένο από τη φλόγα του
είναι όσο καλύτερα μπορώ να περιγράψω τη ζωή μου.

28.7.17
`
*
Η νεαρή Μαρία που μένει απέναντι
ακουμπάει στο κιγκλίδωμα του μπαλκονιού της,
τα μαλλιά της δύο ξανθοί καταρράκτες
εκατέρωθεν του προσώπου της, λυκόφως
στα μάτια της, και οι γλουτοί της
να αντικαθρεφτίζονται στη τζαμόπορτα.

Αν αναμένει μια άφιξη
θα είναι το γατάκι στον κήπο
που της νιαουρίζει λαχταριστά.
Τούλινος άνεμος ντύνει τα πυκνόφυλλα
δέντρα, η χορωδία των τζιτζικιών
υπερακοντίζει όποιο άλλο ρυθμό.

Αυτήν την ώρα οι κλειστές κουρτίνες
των σπιτιών κάνουν θέατρο σκιών
όσους μένουν μέσα. Συνειδητά ή ασυνείδητα
έχουν την ανυπαρξία από κοινού.
Το χάρισμα είναι να είσαι ζωντανός
για τα ναι και όχι του αύριο.
Όσο για μένα, να σφιχταγκαλιάζω έχω μόνο τον αέρα.
Πάνε οι μέρες που μια σάρκα αρωμάτιζε
τα άδεια χέρια μου.

30.7.17

`
*
1.
Το μεταναστευτικό μου μυαλό, δώρο DNA,
δίχως οδηγίες χρήσεως.

2.
Πάω στο κρεβάτι με μένα, σηκώνομαι με μένα,
αντισυλληπτικό χάπι η μοναξιά μου.

3.
Η μύτη μου είναι πιο φιλοσοφική
από το στόμα μου. Παίρνω πάντα χαμπάρι
ποιος προσπαθεί να μου τη φέρνει.

4.
Η μπροστινή πόρτα δεν στρίβει ούτε
για αφίξεις ούτε αποχαιρετισμούς.
Και δεν εκπλήσσομαι που τα κλειδιά
με κοροϊδευτική διατύπωση κλειδώνουν.

5.
Όταν με φίλησε στο στόμα
και την γλώσσα μου πέρασα πάνω του,
κατάλαβα ότι η δίαιτά μου έχει αλλάξει.

6.
Για τη νύχτα ένα χασμουρητό
σαν ασθενοφόρο
για τις ονειροπολήσεις μου.

7.
Δεν έχουν τίποτε νόμιμο τα αισθήματά μου.
Ακυρώθηκαν την ημέρα που γεννήθηκα.
Περνώ την ώρα μου προσπαθώντας να νομιμοποιήσω
συναισθήματα, αισθήματα και ένστικτα σε χαρτί.

8.
Ο πατέρας μου από τις Σπέτσες και την Άνδρο,
η μητέρα μου από την Ιθάκη,
κι εγώ «ποιητική αδεία».
29.6.15

9.
Αυτό το ρολόι χειρός που μου άφησε ο πατριός μου
(ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του),
κάθε μέρα το κουρδίζω. Δεν θέλω
να σταματήσει να του λέει την ώρα.
30.6.15
`
*
ΠΑΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΜΕΡΑ

Βροχή καρυκεύει τη βραδιά.
μια κρύα μέρα – από κάθε άποψη –
έφτασε στο τέλος.
Το θερμόμετρο στον τοίχο καυχιέται
για τους είκοσι βαθμούς Κελσίου
(στο διάολο η χρηματαγορά!).
Ρίχνοντας μια ματιά γύρω
αντιλαμβάνομαι με πόνο
τι ανυπαρξία που είναι η μοναξιά.
Και πώς την διατυπώνεις;
Κοιτάζοντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη;
Λες εις υγείαν στη σκιά σου;
Κάνεις πάλι ντους;
Μπορεί το νερό να σβήσει τη δίψα του κορμιού;
Ούτε η ποίηση ούτε η μουσική την κατευνάζουν.
Να καταφύγω στο σύστημα Μπράιγ
μήπως και νιώσω κάτι;
Γεννήθηκα από ένα αυθόρμητο κενό για να ζω
αποκομμένος από πράγματα και φίλους.
Γι’ αυτό είμαι ένας υπέροχος ηθοποιός!

30.1.15
`
*
Ποίημα

Το μυαλό μου είναι ένας εκπατρισμένος τρόπος ζωής.
Η κάθε μέρα είναι προσκύνημα για το οποίο
το ρολόι ρυθμίζει την παραπλήσια στιγμή. Ο ήλιος αφήνει
σουρεαλιστικά μοτίβα στο έδαφος. Χορογραφεί την διαδρομή μου
τη συνοδεία το βουητό της αύρας (λέω ότι οι ουρανοί
θα έλιωναν αν έτρεφα ελπίδες για μεταθανάτια ζωή!).
Οι λέξεις παρασύρονται στα ποιήματα που γράφω.
Περιέχουν πολλά που δεν έχω ή που δεν χρειάζεται
να μεταφέρω (κάποιος είπε κάποτε ότι εκπορνεύω
την ποίησή μου!). Ξεντύθηκα από ελπίδες, όπως
βγάζω τα ρούχα μου. Τις προσευχές τις έχω στη ναφθαλίνη,
ίσως μια μέρα να είναι στη μόδα και πάλι. Τι χρειάζομαι να με ανεβάσει
είναι για κάποιον να έρθει και να αγγίξει τη μοναξιά μου. Τυχόν ήχους ακούσω
είναι σαν λόγια εσπεράντο. Έχω βρει έναν τρόπο
να λέω ναι στο όχι. Αν κάποιο ποίημα που γράψω
πιέσει τα χείλη του σφιχτά και πιο σφιχτά,
καλύτερα θα ήταν να είμαι μαριονετίστας.

6-7.1.17
http://www.poiein.gr/archives/37161/index.html#more-37161

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Μην ομιλείτε εις τον οργασμόν



o-SHUNGA-900
Τρέχεις υπάκουη γδυτή έως αργά τη νύχτα
Μεταξωτό εσώρουχο φοράς ή τίποτε
Όλο μες στο άδειο καύκαλο χελώνας ψάχνω
Εγώ ο διαλεκτικός
Μες στο βρακί που ξέσχισε
με τα γαμψά της νύχια η επανάσταση
Σφήκες σερσέγκια ερπετά
Εγώ ο φυσιοδίφης σου
με τη βαριά ασπίδα και τη σάρισα
με τη λαβίδα που μαγκώνει τα ιδιότροπα χειλάκια
Εγώ που πάω κατά πάνω στα δυσοίωνα μηλίγγια
βλαμμένων ποιητών και συνηγόρων
μέλλοντος παλαιού και σκουριασμένου
Αχ! ως και η μανούλα μου
μού λέει
να πάψω να ομιλώ εις τον οργασμόν
Μα, σαν κυνηγώντας την κορφούλα του φασκόμηλου
σαν το μελίσσι όλος πρησμένος απ’ τη γύρη
Τόση ανθισμένη πια φθορά στα δάχτυλά μου
Έρως της απληστίας και του βάραθρου
Έρως Οιδίπους χορτασμένος
τυφλότητα και ποδοβολητό
από καταβολής αστέρων και τριγμών
Έρως μαλακοκαύλης
Έρως της Νάουσας μια νύχτα σε φλοκάτες
-γύφτοι και όχι πεζικάριοι Μακεδόνες-
Με κόκκινη τήβεννο εγώ και χρυσοκέντητο καπέλο με φτερό
μίλησα εις τον οργασμό τον περιώνυμο
Φορούσες τα καλτσάκια σου μονάχα, εσύ
κι έβγαινε αυτή η πιλάλα σου η ακρότατη
Ζέστη σπειροειδής απ’ την αφράτη κόμη των σκελιών σου

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Αυγουστιάτικο φεγγάρι




α
Φεγγάρι σπλαχνικό
Σκαρφαλωμένο σε μισόκλειστα παράθυρα
Όταν κοιτάζεις συγγενείς και φίλους
Να ξενυχτάνε τους νεκρούς τους
Την εξοικείωση βοηθάς
Ζώντων τε και τεθνεώτων
β
Είναι πολύ άσπρο το σπίτι
Στην οροφή μια τρύπα εκτυφλωτική
Πάνω στο πρόσωπο σου στάζει ένα φεγγάρι
Κινδυνεύεις από φως και δεν το ξέρεις
γ
Νύχτα ώρα τι χρειάζεται τόσο φως
Έλα καλό σκοτάδι να ξεκουράσω τις πράξεις μου
Αθέατη επιτέλους να κλάψω τους νεκρούς μου
Αυτός ο μήνας με βασάνισε πολύ
Σα να παρέτεινε τη γύμνια μου στους ξένους
δ
Νύχτα θλιμμένη τραβεστί
Πετάς τα ψεύτικα ρούχα της μέρας
Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1993)

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Σχεδόν αιωνιότητα


================
Ανοίγοντας διάπλατα
----------- τις κόκκινες κουρτίνες η αυλαία
βγαίνεις στην αιωνιότητα βοερός, 
------------------------ διαλαλώντας ελπίδα
Η αιωνιότητα όμως φίλε μου
------------------- είναι συλλογική υπόθεση
Δεν υπάρχει στο εγώ μα στο εμείς,
ίσως και στο αυτοί, ακόμα και στο εκείνα
Η αιωνιότητα σίγουρα ταξιδεύει
-------------------- στα βαγόνια της μνήμης
ακολουθεί τις ράγες της αγάπης,
--------- νοστιμίζει το γάλα της μάνας μας,
----------------------- γλυκαίνει τη ματιά της
Κατεβαίνει απ’ τα ρουμάνια των βουνών
------------------------------------ σαν αεράκι
να φουντώνει στα φυλλοκάρδια μας
φλόγες ξεχασμένες, παρακαταθήκες
----------------------------- στα μελλούμενα
Η αιωνιότητα φωσφορίζει στο φεγγάρι
οργώνει σπέρνει και θερίζει
---------------------- στα σεντόνια μας, ζωή
Μας κοιτάει από ψηλά σαν χαρταετός
που μας τραβάει στον ουρανό
------------------ τεντώνοντας το σχοινί του
Η αιωνιότητα φυτρώνει
-------------- παντού και πάντοτε στο τώρα
λούζεται στο φως των αστεριών
-------- πλέει στα αρχιπέλαγα του χρόνου
και παίζοντας στη φλογέρα της νοσταλγία
-------- ανασταίνει όσα αφανίζει ο θάνατος
Η αιωνιότητα είναι ο μαγικός καθρέφτης
να βλέπει το πρόσωπό της η ζωή
-------------------------------------- αλλιώτικα

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

''Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.


''Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Να γράψω, ας πούμε:" 'Εχει μι'αστροφεγγιά απόψε
και τα μενεξεδιά αστεράκια λαμπυρίζουνε στα χάη".
Της νύχτας ο άνεμος διαβαίνει στους ουρανούς και τραγουδάει.
Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια .
Την αγαπούσα εγώ, και κάπου - κάπου μ'αγάπαγε κι εκείνη.
Χιλιάδες βράδυα , όπως και τώρα, την έσφιγγα στην αγκαλιά μου.
Αμέτρητα φιλιά της έδινα κάτω απ' τον άσωτο ουρανό.
Μ' αγάπαγε κι εκείνη, και κάπου - κάπου την αγάπαγα κι εγώ.
Πως να μην τ'αγαπήσεις τα μεγάλα , τα ήμερα μάτια της.
Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Θα σκέφτομαι πως δεν την έχω εγώ.
Θα νοιώθω ότι την έχω χάσει.
Θ' ακούω την απέραντη νύχτα,
την πέντε φορές απέραντη χωρίς εκείνην.
Και τους στίχους να πέφτουν στην ψυχή μου
όπως πέφτει η δροσιά στο λιβάδι.
[..]Την αναζητάει η καρδιά μου, τη γυρεύει παντού.
Την αναζητάει η καρδιά μου , μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.
Απαράλλαχτη η νύχτα ασημώνει τ'απαράλλαχτα δένδρα.
Μα από τότε όμως εμείς ως τώρα έχουμε αλλάξει.
Τώρα πια δεν την αγαπάω , σίγουρα....
Πόσο όμως Θέ μου,την αγάπαγα τότε.
Πολέμαγε η φωνή μου να βρει τη ριπή του ανέμου
που θα της άγγιζε το αφτί...''
Pablo Neruda ,
''Απόψε μου πάει''
(Μτφ: Γιώργος Κεντρωτής)
''Tonight I can write the saddest lines.
Write, for example,'The night is shattered
and the blue stars shiver in the distance.'
The night wind revolves in the sky and sings.
Tonight I can write the saddest lines.
I loved her, and sometimes she loved me too.
Through nights like this one I held her in my arms
I kissed her again and again under the endless sky.
She loved me sometimes, and I loved her too.
How could one not have loved her great still eyes.
Tonight I can write the saddest lines.
To think that I do not have her. To feel that I have lost her.
To hear the immense night, still more immense without her.
And the verse falls to the soul like dew to the pasture.
[..]My sight searches for her as though to go to her.
My heart looks for her, and she is not with me.
The same night whitening the same trees.
We, of that time, are no longer the same.
I no longer love her, that's certain, but how I loved her.
My voice tried to find the wind to touch her hearing.''
_
Pablo Neruda,
photo by Sergio Larrain, (1957)

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΑΘΑ



Σ’ αγαπούσα. Αγαπούσα την όψη σου: πηγή σκαμμένη απ’ τ’ ανεμομπόρια και τη γραφή του υποστατικού σου, ψηφίο που έζωνε τα φιλιά μου. Ορισμένοι δείχνουν εμπιστοσύνη σε κάποια φαντασία στρογγυλή, περιγλάφυρη. Εμένα μού αρκεί απλώς το πήγαινε. Ξεκουβάλησα από την απόγνωση ένα καλαθάκι τοσοδά μικρό, αγάπη μου, που μπόρεσαν και τό ’πλεξαν με λυγαριά.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Λεμύθου


Τα σπίτια απορροφούνται αργά από το βαθύ τοπίο.
Η κοιλάδα βουλώνει στόμια σιωπής
με θροΐσματα τους δάσους 
-ακούγεται μόνο
η τρομαχτική του μέλλοντος
κραυγή μας
.
Κάθομαι σχεδόν πάνω στο κλήμα
όλα πέφτουν
εκτός από μένα
Μπροστά μου
σε απόσταση χιλιάδων ετών φωτός
οι ουρές μεγαλοπρεπών αστεριών
καίνε τις βουνοκορφές.
Το υπερμεγέθες χέρι μου
κατασβήνει τις φωτιές
Ο λαβύρινθος του ορίζοντα
με καλεί αλλά πρώτα μου ζητά
να γράψω μια αληθινή ιστορία
Για μια στιγμή
παύω, εξαφανίζομαι
όταν από μέσα μου
- για να εισχωρήσει ένας κόκκος φωτός
εκρέει ορμητικά
μια δέσμη
πυκνού σκοταδιού

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Ένα μάθημα σχεδίου


Ο γιος μου έσπρωξε
την παιδική παλέτα του μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω ένα πουλί.
Βούτηξα το πινέλο μου στο γκρι
σχεδιάζοντας ένα τετράγωνο με κλειδαριές και σίδερα.
Τότε με γουρλωμένα μάτια είπε:
«…Μα αυτό, Πατέρα, είναι μια φυλακή,
δεν ξέρεις ένα πουλί πώς ζωγραφίζεται;»
Και του απάντησα: συγγνώμη, γιε μου
έχω ξεχάσει τα σχήματα των πουλιών.
Ο γιος μου έσπρωξε
το μπλοκ ζωγραφικής μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω τον ανθό του σιταριού.
Κράτησα την πένα,
του σχεδίασα ένα όπλο.
Tότε με ύφος κοροϊδευτικό με ρώτησε:
«Μα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
ένα όπλο απ’ το σιτάρι;»
Και απάντησα: «Άκουσε, γιε μου,
κάποτε γνώριζα το σχήμα του σταριού
και τη μορφή του καρβελιού
κι ενός τριαντάφυλλου την όψη.
Μα τώρα ο καιρός δυσκόλεψε
τα δέντρα του δάσους προσχώρησαν στην πολιτοφυλακή
κι η εξουθένωση τύλιξε το τριαντάφυλλο.
Τώρα οι μέρες αρματώθηκαν
το σιτάρι οπλοφορεί
το πουλί οπλοφορεί
η κουλτούρα οπλοφορεί
η θρησκεία οπλοφορεί
και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα καρβέλι ψωμί
χωρίς να βρεις ένα όπλο στην ψίχα του
και δεν μπορείς να κόψεις ένα τριαντάφυλλο
χωρίς να σου πεταχτούν αγκάθια στο πρόσωπο
και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα βιβλίο
χωρίς να εκραγεί στα δάχτυλά σου».
Τότε ο γιος μου κάθισε στου κρεβατιού την άκρη
ζητώντας μου να απαγγείλω ένα ποίημα,
κι ένα δάκρυ μου ξαφνικά ρίχτηκε στο μαξιλάρι.
Πήγε και το ‘γλειψε να το γευτεί
κι ύστερα είπε:
«Μα αυτό είναι δάκρυ, Πατέρα, όχι ποίημα!».
Και του αποκρίθηκα αμέσως:
«Όταν μεγαλώσεις, γιε μου, και γνωρίσεις
την ιερότητα της αραβικής ποίησης
θα δεις πως η λέξη με το δάκρυ βγαίνουνε αδέρφια
και πως το ποίημα δεν είναι παρά δάχτυλα που στάζουν.
Και τότε ο γιος μου
έσπρωξε όλες τις μπογιές μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω μια πατρίδα γι’ αυτόν.
Το πινέλο τρεμούλιασε στο χέρι μου
και εγώ βούλιαξα, κλαίγοντας.
Nizar Qabbani
Σύριος ποιητής..
μτφρ: Σαμσών Ρακάς
http://1-2.gr/2017/08/18/ena-poihma-toy-syrioy-poihth-nizar-qabbani-

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Εικόνισμα της χάρης σου


nif
Ο άνθρωπος τη νύχτα είναι πιο αθώος. Αν ορίσουμε ως αθωότητα το πεδίο δράσης των ηδονών. Είναι πιο ευάλωτος στις σκόρπιες στάχτες της παρηγοριάς, βάζοντας βαθμό μηδέν στη νορμάλ συμπεριφορά που υπέδειξε υπό το φως του ήλιου. Ο πόνος, η χαρά και το φεγγαράκι μοσχαναθρέφουν ευαισθησίες. Μια θεμελιακή αμφιβολία πολιορκεί την αρχή της πραγματικότητας, τείνοντας να υποκλέψει απ’ τις παρούσες μορφές της ζωής τον δεσποτικό χαρακτήρα με τον οποίο επενδύονται. Εγώ θα σε κυριεύσω εαυτέ μου και θα σε σώσω απ’ τη σύγχυση κι απ’ την χαραδροειδή σου μελαγχολία. Εγώ τη νύχτα θα σε ξαναπλάσω μακριά απ’ τη στερεομετρία των ήχων του βιοπορισμού. Μακριά απ’ τις πρωτεΐνες και τα εορτολόγια. Κοντά εκεί στο συμμαζεμένο ερωτόπληκτο μεσονύχτι. Κοντά στο ειδύλλιο των φόβων και στο χαλαρό σώμα που χωρίς έπαρση ζητά να μεταμορφωθεί σε αυτό που δεν το αφήνουν να είναι.

[Ομολογία πίστεως]


Ο αέρας είναι γεμάτος λέξεις. Μια παρωδία της απόλυτης μοναρχίας της φύσης και των πραγμάτων.
Μες στα αόρατα σπλάχνα του περιφέρεται οξυγόνο και άζωτο. Η αναπνοή μου είναι μια αργή μορφή δηλητηρίασης και ξέρω πως αναπνέοντας για πολύ καιρό θα πεθάνω.
Ξέρω όλες τις αλήθειες που σωρεύονται στα πτώματα και στις άπειρες ερωτικές πράξεις των πλασμάτων γύρω μου.
Ξέρω τα πάντα αφού είμαι ένα κομμάτι ενδιάμεσης ζωής, έτοιμος να γευτώ τις ακαθαρσίες όλων των αόρατων νεκρών.
Ξέρω πως αλωνίζουν οι μύγες τη γλύκα ενός αιδοίου που λιάζεται.
Μέσα στη φτερωτή των εποχών ξέρω κάθε γρανάζι που στα μάτια των ανθρώπων αλωνίζει τη σάρκα και το μυαλό.
Ξέρω πως ορμάει η φλογερή νεότητα στη συνουσία και ξέρω τον Πρίαπο που έβγαλε τη χλαμύδα του για να ορθώσει την επιθυμία του ονείρου του και να σφηνώσει μες στους πολεμοχαρείς αδένες της φθοράς σπέρμα και ένστιχτο και μη θεϊκή δημιουργία.
Ξέρω γιατί οι σαλιγκαροφάγοι της Ζανζιβάρης δεν γουστάρουν τον πολιτισμό, δηλαδή τη βαρβαρότητα που προσφέρει η χαρμόσυνη βία των δυτικών.
Ξέρω γιατί η σπηλιά της Λούρδης είναι γεμάτη δεκανίκια κι ο πόθος των ανθρώπων γιατί είναι μουσκεμένος από αίμα.
Γερασμένοι μπαίνουμε στις αμμουδιές του ονείρου και αναδυόμαστε ως ολόδροσοι έφηβοι, καυλωμένοι από πανάρχαιους καιρούς έχοντας τις τραχηλιές μας στολισμένες με νεκρολούλουδα.
Ξέρω τους μύθους που έχτισα μέσα στους αιώνες ακούγοντας το σφυγμό των νυμφών, βλέποντας την Ήρα να βουτά κάθε χρόνο στην Κάναθο για να επανακτήσει την παρθενιά της.
Ξέρω πως το θεϊκό είναι επινόηση της βόρβορης φύσης μου και του φαλλού μου που βγήκε νικητής μες απ’ τα θανάσιμα πολικά στρατοσφαιρικά νέφη, παράγοντας μια δίνη ζωής και μια αιωνιότητα μεταξύ πάγου και ανέμου.
Ξέρω πως με θρέφει το χώμα και το νερό. Οι αγελάδες και τα γουρούνια.
Ξέρω πως οι μάγισσες όλων των εποχών ήταν οι μανούλες μου που προσπαθούσαν να με κρατήσουν ζωντανό και καυλωμένο μακριά απ’ τα δόντια των επισκόπων.
Ξέρω πως το γραφείο της Ιεράς εξέτασης στο Βατικανό έκλεισε το χίλια εννιακόσια εξήντα οχτώ και ξέρω πως είμαι άπατρις και άθρησκος και ξέρω πως η κοινή φυσική μας γλώσσα είναι η γλώσσα του γαμησιού.
Και ξέρω πως ετούτο εδώ το ανθρώπινο ποτάμι επεκτείνεται, κυριαρχεί και παρακμάζει με τη δειλή και απότοκη πράξη της γραφής να μηρυκάζει τις παραποτάμιες καταστροφές του.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ποθώ το στόμα σου


Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου ,
Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει ,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα ..
Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο ,
Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού ,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου ,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου
σαν ολόκληρο αμύγδαλο .
Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα
που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου ,
Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου ,
θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά
απ τα ματόκλαδα σου .
Και περπατώ πεινασμένη
οσφραινόμενη το λυκόφως ,
Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά ,
όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

[Οικοκυρικά]


Η πρώτη ύλη μας είναι το χρήμα. Η σπλήνα μας είναι χρήμα. Τα νεφρά μας είναι χρήμα. Τα χείλη μας με τα μικρούλικα χνουδωτά βρύα είναι χρήμα. Τα γεννητικά μας όργανα είναι χρήμα. Τα έμμηνα είναι χρήμα. Οι εμμονές είναι χρήμα. Τα δάκρυα είναι χρήμα. Τα βυζιά είναι χρήμα. Υπάρχει όμως κάτι το απροκάλυπτα λαθεμένο σ’ αυτή καθεαυτή την έννοια του χρήματος. Χρειάζεσαι όλο και πιο πολλά χρήματα για να αγοράσεις όλο και πιο λίγα πράγματα. Το χρήμα είναι σαν την πρέζα. Η δόση που σε φτιάχνει τη Δευτέρα δε σε φτιάχνει την Παρασκευή. Κι ολόκληρο το κορμί μας που παράγει χρήμα γίνεται βλαμμένο και αποκρουστικό. Φτάνει στα άκρα. Ματώνει, σέρνεται, υπομένει. Κι έπειτα μέσα στην άγρια νύχτα όταν κλείνουν τα λαμπάκια του παγκόσμιου Λούνα Παρκ και μένει ολομόναχο με το καυλί στο χέρι και τη μήτρα στον αφρό, περιμένει τα χάπια, το αλκοόλ, τη μαστούρα, για να βγει για λίγο απ’ τη γραμμή παραγωγής. Για να μυρίσει λίγη αληθινή ζωή καμωμένη από σβουνιές και υγρά ακολασίας.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,

Ann Sexton: Γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,

Sexton AnnΚαλώς ήλθες, πρωινό
Υπάρχει σε όλα χαρά:
στα μαλλιά που κάθε πρωί βουρτσίζω,
στη χνουδωτή πετσέτα τη φρεσκοπλυμένη
που τρίβω στο κορμί κάθε πρωί,
στο ιερό των αβγών που μαγειρεύω
κάθε πρωί,
στην παράφορα του βραστήρα
που κάθε πρωί ζεσταίνει τον καφέ μου,
στο κουτάλι, στην καρέκλα
που με καλημερίζουν
κάθε πρωί,
στη θεϊκότητα του τραπεζιού
όπου τοποθετώ τ' ασημικά μου,
πιάτο και κούπα,
κάθε πρωί.
Όλα αυτά είναι Θεός,
εδώ ακριβώς, στο ανοιχτοπράσινο σπίτι μου
κάθε πρωί,
κι έχω σκοπό,
αν και το ξεχνάω συχνά,
να εκφράσω ευγνωμοσύνη,
να λιποθυμήσω δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας
σε προσευχή αγαλλίασης
καθώς τα ιερά πουλιά στο τζάμι
τσιμπολογούν του γάμου τους τα σπόρια.
Έτσι, καθώς το σκέφτομαι,
ας ζωγραφίσω στην παλάμη μου ένα «ευχαριστώ»
γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,
από φόβο μήπως δεν ειπωθεί.
Χαρά που δε μοιράζεται
πεθαίνει γρήγορα, έχω ακούσει.
https://www.politeianet.gr/selidodeiktis/ann-sexton-gi-auton-to-theo-auto-to-gelio-tou-proinou-871

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ






Δεν ξέρω αν αναγνωρίζουν οι λέξεις
όσο καλά και το ψωμί τη θέση του στο τραπέζι.
Αν έχουν ένστικτο να ξεχωρίζουνε τον κάτοχό τους
με όση ακρίβεια το κάνει
και του σκύλου η όσφρηση.
Αν όπως το ψωμί και το κρασί κατέχουν
θέση ορισμένη στο τραπέζι
και αν δίνουν τη ζεστασιά τους στα σίγουρα χέρια
κάποιου που ξέρει ετούτη τη στιγμή
τί είναι αυτό που επιθυμεί. Αν ζουν στο έλεος
εκείνου που αναμένεται απ’ αυτές
κι αν είν’ έτοιμες να μας το εμπιστευθούν,
όταν τους το ζητήσουμε,
το ποίημα. Ή αν, λιγότερο γενναιόδωρες απ’ το ψωμί,
με δισταγμό μόνο και με οργή, αλλά σοφές εν τέλει,
παραδίδουν τη σκοτεινή και τρομερή ζωή τους
σε όσους τις πολιορκούν και με πείσμα δοκιμάζουν
να τους ξεκλειδώσουν τα μυστήρια,
να τα φανερώσουνε και σε άλλους.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Στίλβοντος Αυγούστου και Εξάψεων



stilovontow
Ώρα μηδέν, εδώ, για κάθε τίποτα
Οι λύκοι στα βουνά με αίμα άγνωστο
διαβαίνουν στολισμένοι
Κότες και πρόβατα για τα μαμόθρεφτα στομάχια μας
Ριζίδια της αλάλητης παρθενίας
Μας ξέρουν οι βασίλισσες
απέξω κι ανακατωτά
Η λάβρα τους χολερική
Ορμά ο τριφηλός φορτηγατζής της ηδονής
Πετάει σαν πετριά την υποβάρβαρη γλυκιά του επιθυμία
Σπάει το παστέλι στα καπούλια της
Και γλείφει
Ως κάτω του καταγκρεμνού τις ασωτίες
Ως το μεταίχμιο των λάκκων
Ω ναι! ξαμοληθείτε σπερματόσποροι
Ως τα δαφνοστεφή μηλίγγια σκορπιστείτε
Σκίστε το πέπλο λυρισμού να βγει το αιματάκι
Να ξεπροβάλει ανυποψίαστη η τέρψη της Λαϊδος
Να καταπιεί τα βερονάλ του οργασμού
Τα ερωτικά κινίνα
Υπέρ ενδόξου στύσεως πεσόντες
Υπέρ Μαρίας Μαγδαληνής
Υπέρ Ουρουγουάης
Νόμοι του σύμπαντος
Γουργουριστά σαρκία των προγόνων μες στο σπέρμα μου
Θα πασαλείψω τώρα βαζελίνη την ενδόμυχη δειλία της
Θα εισβάλω
Θα ουρλιάξει αυτή
Θα βγει το Αχ σαν δαίμονας
Θα εκραγεί το πιο ακροτελεύτιο φωνήεν
Τα Αχ και Ωχ θα βγάζουνε σπινθήρες
Η ηδονή κι ο πόνος
Η σφύρα και ο άκμων
Ας υπάρχει ο παράδεισος
κι ας είναι η θέση μας στην κόλαση, κορίτσια

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Μεσημβρινό πορτραίτο ερωτομανούς



mesimbrino
Υπήρξα γητευτής
μες στη φυλλορροούσα δίνη των σκελιών σου
Όχι ένα ποίημα ακριβώς ερωτικό
Των γεγονότων ανασκάλεψα την ουσία
Για σένα για σένα για σένα
Τύλιξα το κορμί σου με το κορμί ενός άντρα
Αχ! οι ρίζες μας φτάνουν σε λάσπη πηχτή
Κι η λάσπη που είμαστε
από σπόρους και λουλούδια
από βροχούλες και σάλια
βαλσαμώνει τους νεκρούς
Μαζί αγκαλιάσαμε δέντρα και τάφους
Με στόματα πιο βιαστικά κι απ’ τα μάτια μας
καταβροχθίσαμε αυτό το αιώνιο ξενύχτι του κενού
Θέλω
να με ξυπνάει η γλώσσα σου
Εσύ η γλωσσοκοπάνα
την αυγή
να δοκιμάζεις του ασφόδελου τους πρώιμους καρπούς
Να σε μπουκώνει ο Όσιος Φαλλός
ως να παραδοθεί
στην αδιαλείπτως λειτουργούσα γκιλοτίνα των οδόντων σου

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

«Τελευταίος Σταθμός»


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-
ράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.