Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

A modo de


A modo de...




Σαλώμη


Επειδή πίστεψα στο 'εμείς'
πολύ περισσότερο απ' όσο φαντάστηκες ή υπέθεσες ποτέ,
επειδή τη ζωή και τις σχέσεις με τους άλλους
τις ορίζουμε και τις κατανοούμε
με τους ίδιους ακριβώς όρους,
επειδή στην αγκαλιά και τα μάτια σου είδα τα παιδιά μας
και ξέρω πως θα γινόσουν υπέροχος πατέρας,
επειδή δεν θέλω να σου στερήσω Τίποτε
απ' όλα όσα είσαι και κάνεις και θέλεις,
επειδή ήμουν και είμαι περήφανη για σένα,
επειδή νιώθω πως με καταλαβαίνεις και πως
πλάι σου μπορώ να είμαι ο εαυτός μου,
επειδή σε αγαπάω
και είσαι ο μόνος
για τον οποίο θα το έκανα,
όχι επειδή θα μου το ζητούσες,
αλλά επειδή για μένα τα πάντα είσαι εσύ,
επειδή ξέρω πως
την τελευταία φορά που υπήρξα ευτυχής
ήταν στα χέρια σου,
αρκεί ένα σου ‘ναι’.

http://elenastagkouraki.blogspot.gr/

Εκ προοιμίου...

Νέα e-ποιητική συλλογή από τον Στρατή Παρέλη
Διαβάζεται δωρεάν με κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

ΦΛΕΒΑ










                     Του Δ.Π. Παπαδίτσα


Είπα πως θά ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένομε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό του
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θά ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.


Είπα πως θά ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου.
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν το αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του όνειρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμά μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε
στα δυό
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα του ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή
και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.




Από ην ποιητική συλλογή «Διασπορά».
Από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2010, σελ. 46-47.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ








Δεν υπάρχουν απολεσθέντες παράδεισοι.
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται κάθε μέρα,
σαν να χάνεται κάθε μέρα η ζωή,
η αιωνιότητα και η αγάπη.

Έτσι πάλι χάνουμε την ηλικία μας,
που φαινότανε να μεγαλώνει,
και τώρα μειώνεται κάθε μέρα,
επειδή η μέτρηση πάει ανάποδα.
Ή έτσι χάνουμε και το χρώμα
όσο υπάρχει ακόμα,
κατεβαίνοντας σαν ντρεσαρισμένα ζώα
τα σκαλιά ένα-ένα,
μέχρι να μας τελειώσει το χρώμα.

Και επειδή πια το ξέρουμε καλά
πως δεν υπάρχουν παράδεισοι στο μέλλον,
δεν υπάρχει ούτε άλλο φάρμακο
να είναι αυτό ο παράδεισος.



http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

[Μεταφράζοντας Ζακ Πρεβέρ] Του Κώστα Ριτσώνη


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Η αμυγδαλιά



Καθ’ην στιγμήν εμείς συζητάμε ακόμα
η αμυγδαλιὰ άναψε ήδη ντόμπρα τα κεράκια της
κι ανήρτησε σε κoινὴ θέα τις πρoθέσεις της.
Ω ναι, τoυλάχιστo oι πoιητὲς
ας μην τη λέμε "τρελλή"
πoυ πήρε την απόφαση,
τoυλάχιστo oι πoιητὲς ας μην τη λέμε “τρελλή”
πoυ ἐπωμίσθηκε τις ευθύνες της,
πoυ διακινδύνευσε τη νoημoσύνη της
στα όμματα των δειλών,
πoυ διακινδύνευσε τη νoημoσύνη της
στα όμματα των ανίδεων,
στα όμματα τωv θερμoκηπίων.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

[Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια]






Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια
Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη
Στο κατώφλι της έρχονται χλωρά κορίτσια
Τα χείλια τους κατάγονται από την αυγή
Τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον.


Έρχονται χελιδόνια τα μωρά του ανέμου
Πίνουν πετούν να πάει μπροστά η ζωή
Το φόβητρο του ονείρου γίνεται όνειρο
Η οδύνη στρίβει το καλό ακρωτήρι
Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους τ' ουρανού.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

"Μουσική"



Δυσκολεύομαι να βγω από την καμπύλη της νύχτας
γιατί αφήνω πίσω μου αθησαύριστα όνειρα
μια καλαμιά που έπαιξα παιδί
και κάποιους αιωρούμενους στίχους του Κάλβου.
Θέλω να πω ότι στα κενά κρύβεται η ζωή
στο  "ήλθε εις εαυτόν" των συναξαριών
εκεί που φαίνεται ο Θεός ως ποίημα θες
η ως άρτος του Ιακώβ
η ως  αεράκι που επιπλέει της άνοιξης.
Είμαστε ένα απολυμένο όνειρο, λοιπόν
γι’ αυτό στα κοιμητήρια τα εναπομείναντα οστά
γίνονται  παιγνίδια των τρυφερών αγγέλων.
Που να σου εξηγήσω τώρα για το θάνατο;

http://greekpoetics.blogspot.gr/2017/01/blog-post_22.html

Από ένα άλλο δωμάτιο







Μια κωφάλαλη μεγαλοφυΐα ξεφυσά
Την αδύνατη ανάσα της μέσα στο απαραθύρωτο δωμάτιό μου
Αυτός- ο αγχίνους μουγκός
Παίζει με τα δάχτυλα έναν κώδικα ή καταδίκη
-ο μεθύστακας χτύπαγε τον τοίχο για να 'χει την καταιγίδα του!
Μέσα απ' την χαραμάδα! Μέσα απ' τη χαραμάδα!
Το γλέντι μου βρισκόταν στο εύκολο αίμα που κυλούσε.

Γκρέγκορυ Κόρσο, ποιήματα

Εκδόσεις νεφέλη.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Βαβυλών η μεγάλη



Σάλπιγγες από ανάερο Σικελιανό
φλάουτο από ανύπαντρο Καρυωτάκη.
/Στο φινάλε τι συνοδεύει τέτοιαν ώρα
τις νυχτιάτικες κιθάρες…/.
[..]
μια θάλασσα φορεμένη
στα σχέδια του χειμώνα.
Ξεδιαλέγοντας άναυδο τα βράδυα σχηματίζω τις φράσεις
ποτίζοντας άνηθο ανασταίνω τα ήθη.
Δεν ξέρεις από έλευση ζωής
κάπηλε χτηματία του χρόνου
δεν-ξέρεις-αριθμοσύνη.
Θ’ αποτελέσει θρίαμβο στα πιανίσιμα του μέλλοντος
που κάπνιζα τις συλλαβές σκοτώνοντας
ζωύφια-δευτερόλεπτα.
Δε βαριέσαι; Τι Επίκτητος να σεργιανάς
τι σωστά ντυμένος Αλ Καπόνε
με τη φαρδειά κορδέλα σου στο καπέλο σου
με ρόδινες χοντρές γραβάτες…
Το γεγονός είναι ένα -: θα πεθάνεις.
Χάσμα ο Σούμπερτ ανεξιχνίαστο.


●▬▬▬▬▬▬▬●

Νίκος Καρούζος - Φαρέτριον.

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ



Ο άνεμος τρεκλίζει ενθουσιώδης φέρνοντας
φύλλα στα δέντρα του Πάρκου,
η χλόη είναι από ώρα ολόγυρα
στα τείχη του Κάστρου, τα πλοία
μπαίνουν στη σειρά από την αμμουδιά ένα-ένα
συστήνοντας τη Μεγάλη Αρμάδα.
Οργισμένη, απόκληρη είναι μια μέρα
που γυρνάει από το ψύχος
σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα
και προχωράει, και όλο θέλει. Μα εδώ
είσαι εσύ, εσύ η ασύνορη:
κι έτσι ο ακίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,
ο δυνάστης που μας στρώνει το κρεβάτι να πέσουμε
ζωντανοί να κοιμηθούμε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Δίνη






Να πνιγώ να κυματίζουν τα μαλλιά μου
Να είμαι ραψωδία των ψαριών
Ένα μάτι να ανοιγοκλείνει και να κοιτάζει
Το ναυάγιο στο βυθό να βλέπει-
Για πάντα κάτω να πνίγομαι
Να κατεβαίνω στου καλαμαριού τη σύναξη
Μαύρη σκεπή η κοιλιά της φάλαινας
Ο τάφος ένα πάτωμα φτιαγμένο από στρείδια-

Το θαλασσινό μου φάντασμα να σηκώνεται
Και πιο κυματιστά τα μαλλιά μου
Ραβδώνουν μ' ασήμι τα μάτια μου
Προς τα πάνω στροβιλίζομαι
Κι αναρωτιέμαι πού-

Να πάρω αναπνοή στην κούπα του Ποσειδώνα
Σκουντάω την θύελλα και την καταιγίδα
Βάζω χέρι στην γοργόνα
Για να σταθεί να καρφιτσώσει τα μαλλιά μου
Πάνω στην σέλλα του ιππόκαμπου-

   
Ποιήματα – εκδόσεις νεφέλη..



Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

το σμιλαγγι που αποκρίνεται


Χωρίς τίτλο (16).jpg
Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη
(μια συνομιλία με τον Τόμας Στέρνς Έλιοτ
με τον δικό του τρόπο)
Επειδή ήπια εκεί
που δένδρα ανθίζουνε και τρέχουνε βρυσοπηγές
εφ᾽όσον κάθε τι που έγινε θα ξαναγίνει
επειδή δεν υπάρχει μόνος του ο χρόνος
κι επειδή ο τόπος δεν είναι ποτέ μόνο τόπος
χαίρομαι που τα πράγματα είναι όπως είναι
αγαπητέ Τομ
χαίρομαι λοιπόν έχοντας να καταπιαστώ με κάτι
που να μου δίνει χαρά.
Επειδή δεν χρειάζεται να ελπίζω πως θα ξαναγυρίσω
επειδή δεν επιθυμώ τίποτα να λησμονήσω
τα ζητήματα αυτά που με τον ευατό μου
πάρα πολύ τα συζητώ
πάρα πολύ τα εξηγώ και δεν θέλω
γιατι δεν χρειάζεται να ελπίζω
τίποτα άλλο δεν χρειάζεται
παρά να αφεθώ
να ρέω ελεύθερα στο εδώ και τώρα
επειδή ετούτα τα φτερά
τούτη η μεταμόρφωση ήρθε ακριβώς την ώρα που έπρεπε
επειδή κι ό γέρικος αετός έχει καλή σχέση με τον ήλιο
επειδή θα ξαναγεννηθεί χίλιες φορές
και ο αετός πάντα νέος θα επιστρέφει
επειδή αυτό που έγινε θα ξαναγίνει
και κανένας θεός δεν θα το αποτρέψει
δεν ζητάμε συγχώρεση
γιατί ουδεμία αμαρτία διαπράξαμε
καμιά προσευχή λοιπόν για μας ούτε τώρα
ούτε την ώρα του θανάτου μας
γιατί εμείς στο φως θα αναληφθούμε
και δεν θα πεθάνουμε
όπως ακριβώς γνωρίζουμε ότι
συνέβη όχι στον πολύ μακρυνό από εμάς
Απολλώνιον από τα Τύανα
επειδή εδώ το φως
γέννησε τους θεούς
και κάθε άνθρωπος μικρός θεός
επειδή κάτω από το άγριο κυπάρισσο
δεν τερετίζουν αφυδατωμένα οστά
αλλά σάρκα κρουστή από τσαπελόσυκα που
ξεχειλίζουν χυμούς μέχρι έξω μέλι
ο χρόνος και ο τόπος
επειδή δεν γεννηθήκαμε στο Μισούρι
στο Μισσισιπή η στο Κολοράντο
αλλά στη Πύλο
πλάι στην σφακτηρία
έτσι λοιπόν
σπαραγμένη κι ακέραια
αποσταμένη και ζωοδότρα
τυρανισμένη ξεκούραστη
επειδή την φλεγόμενη βάτο
την άγγιξα στο Παλιόκαστρο
μια μέρα του Μαη κι ήμουν εγώ η βάτος η φλεγόμενη
εγώ και το μάτι που την κοιτούσε
μα ναι ναι
εγώ ήμουν που βάδιζα ανάμεσα μενεξέ και μενεξέδες
και ζουμπούλια
ναι με οδυνηρή επίγνωση και στο μαύρο κολύμπησα
μέχρι το βυθό
αλλά και τι μ αυτό
οι οδύνες της γέννας λησμονιούνται
και ποτέ δεν καταδέχεσαι γύρω από εκείνες να γυρίζεις
σα τα κουνόυπια γύρω από την λάμπα
εγώ ήμουν που
μιλώντας για ασήμαντα πράγματα
δυνάμωσα τις πηγές και ζωήρεψα
τις κρήνες
δρόσισα τον κατάξερο βράχο
όταν στης Δήλου
τα ερείπια γλάρος έκρωξα με τους γλάρους
στις φωλιές τους
εκεί που φυλάνε τα μικρά τους
εκεί γνώρισα τον φόβο
κρύφτηκα σε βράχο αιχμηρό
και απάντησα με κραυγή στις
τρομερές κραυγές
του θηλυκού γλάρου
Επειδή από τα μέρη του Αρνω Ντανιέλ
εμείς περάσαμε κάποτε
κι ήμουν τότε γυναίκα
κι έιχα τον τροβαδούρο μου
που μου έφερνε τραγούδια
επειδή πήρα το μαύρο βιβλίο
και γύρισα το ρόπτρον
η το αντίστροφο
και το πλησίασα κάποια στιγμή στα χείλη μου
και εναπόθεσα το φιλί μου
γιατί άνοιξε σαν ρόδι
σπασμένο στα δυο τη ζωή μου
και τη εναπόθεσε, εδω να
επειδή τούτος ο Αυγουστος
αυξάνει την χαρά των σταφυλιών
και αναμένεται το εφετινό κρασί
το πια εὐγεστο το πιο φίνο των τελευταίων ετών
επειδή και έχει και δεν έχει σημασία αν γεννήθηκες
στο Μισσούρρι του Μισσισιπή ή στο Μισίρι
επειδή περπατάνε στις μέρες μας οι άνθρωποι
μέρες μήνες χρόνια επειδή δεν βρίσκουν τόπο
να σταθούν
επειδή τα πράγματα που έγιναν
θα ξαναγίνουν
και τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τα αποτρέψει
επειδή το μπλέ κορίτσι
ξαναγεννήθηκε και
επειδή δανείστηκα το δικό σου τρόπο σήμερα
και είναι πολύ οι τρόποι για να πεις το ίδιο πράγμα
επειδή χωρίς το εμείς
δεν υπάρχουμε εμείς ούτε εσείς
επειδή
ωστόσο άλλο ο Ατλαντικός
κι άλλο η Μεσόγειος θάλασσα Τομ
επειδή η χώρα σου θαλασσοκρατεία
κι η δική μου σεμνή και ταπεινή
με κατοίκους μικρά παιδιά
που θέλησαν κι αυτά να παίξουν τους μεγάλους
επειδή εσείς εκεί οι τράπεζες και το Σίτυ
αγαπητέ Τομ
αλλά εμείς εδώ η ποικιλία της βλάστησης και των ιαματικών φυτών
εδώ φυτρώνει το σμιλάγγι εδώ και η άρκευθος
εδώ ο βασιλικός το δενδρολίβανο
και στα δάση του Πηλίου ο Κένταυρος Χείρωνας
ξαποσταίνει κάτω από τις μεγάλες καστανιές
επειδή η μυθολογία είναι
μπλεγμένη με την ζωή μας
όσο το σμιλάγγι με το φράχτη
και τους θεούς μας τους φοράμε κατάσαρκα
γιατί ο τόπος και ο χρόνος είναι
ένα και μεις μαζί τους
μεταμορφωνόμαστε ζούμε και πεθαίνουμε
επειδή το τόπος δεν είναι μόνο τόπος αλλά
και ο χρόνος που πέρασε όπως ο αέρας
και αφήνει τον κορμό της ελιάς με αυτήν την συστροφή
σαν έλατήριο που συμπιεσμένο
απο στιγμή σε στιγμή θα εκτοξευθεί
θα αφήσω ατελές κι αυτο το ποίημα
Τομ, για να επιστρέψω
γιατί βλέπεις όσο έχουμε ιστορίες
να λέμε κλπ κλπ κλπ κλπ κλπ
 https://margmil.wordpress.com/2017/01/04/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9/


Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΗ ΚΛΙΜΑΞ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ







Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ᾿ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μία φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ᾿ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ᾿ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μία στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἀγγέλους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἱμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.
***
Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι.
Εἰκόνα


Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.
Φωτογραφία της Ελευθερία Μπέλμπα.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ΗΣΙΟΔΟΣ Θεογονία

Στ αλήθεια πρώταπρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.
Αλλά κι ο Έρωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά
δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.
Κι από το Χάος έγινε το Έρεβος κι η μαύρη Νύχτα.
Κι από τη Νύχτα πάλι έγιναν ο Αιθέρας και η Ημέρα:
αυτούς τους γέννησε αφού συνέλαβε σμίγοντας ερωτικά με το Έρεβος.
Και η Γη γέννησε πρώτα ίσον μ
αυτή
τον Ουρανό που
ναι γεμάτος άστρα, να την καλύπτει από παντού τριγύρω
και να
ναι έδρα των μακαρίων θεών παντοτινά ασφαλής.
Γέννησε και τα όρη τα ψηλά, τις όλο χάρη κατοικίες των θεών Νυμφών
που κατοικούνε στα βουνά τα φαραγγώδη,
μα και το πέλαγος το άκαρπο γέννησε που ορμάει με το κύμα,
τον Πόντο, δίχως ζευγάρωμα ευφρόσυνο. Κι έπειτα
ξάπλωσε με τον Ουρανό και γέννησε τον Ωκεανό το βαθυδίνη
τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίονα, τον Ιαπετό,
τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη,
τη χρυσοστέφανη τη Φοίβη και την εράσμια Τηθύ.
Μαζί μ
αυτούς γεννήθηκε, πιο νέος απ όλους, ο δολοπλόκος Κρόνος,
ο πιο δεινός απ
τα παιδιά. Και το γονιό του το θαλερό εχθρεύτηκε.
Γέννησε και τους Κύκλωπες, που
χουν πανίσχυρη καρδιά,
το Βρόντη, το Στερόπη και τον Άργη με τη δυνατή ψυχή,
που δώσανε στο Δία τη βροντή και του
φτιαξαν τον κεραυνό.
Αυτοί σε όλα τ
άλλα με τους θεούς παρόμοιοι ήταν,
μα ένα μονάχα μάτι στη μέση του μετώπου τους βρισκόταν.
Και πήραν το φερώνυμο όνομα Κύκλωπες,
γιατί στο μέτωπό τους ένα βρισκόταν μάτι κυκλικό.
Και ισχύς, δύναμη και τεχνάσματα στα έργα τους υπήρχαν.
Και άλλοι πάλι από τη Γη κι από τον Ουρανό γεννήθηκαν
τρεις γιοι, μεγάλοι κι ισχυροί, ακατονόμαστοι,
ο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, τέκνα αλαζονικά.
Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,
απλησίαστοι, και στον καθένα κεφαλές πενήντα
φυτρώνανε απ
τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.
Και δύναμη άπλετη και κρατερή στο μέγα ανάστημά τους.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Aγάπη μου




Aγάπη μου
σε κλέβουν οι δρόμοι των πόλεων και τα δένδρα - ερημίτες που προσεύχονται τις νύχτες στα πάρκα, βαστώντας στα κλαδιά τους τον ύπνο των πουλιών.
Τα βήματά σου αέρινα τρέχουν να προλάβουν της ψυχής σου τ΄ αναφτέριασμα σαν τα πλανεμένα φύλλα των χειμωνιάτικων καιρών.
Νήματα σε υψώνουν σε μεθυσμένες πολιτείες κόσμων νοητών.
Κι εγώ, στα βιοτικά μου φλυαρώντας στα "εκ συναρπαγής" σου στέκομαι ως ξένη. Στο κατώφλι μας απλή σε καρτερώ, για να κλείσω πίσω μας την πόρτα. Στην ποδιά μου θα μαζέψω χρυσοποίκιλτες στιγμές των δικών σου σιωπών.
2014

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

" Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα "



Το στόμα σου φύτεψε
μ' εκείνο το φιλί στο δικό μου
ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,
κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.
Είταν φθινόπωρο. Κι ο άμετρος ουρανός
άρπαξε με τον ήλιο του
όλο το χρυσάφι - κίονες λάμψεων -
από τη ζωή.
Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·
το μπουκέτο μάδησε,
μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου,
δύο μπουμπούκια πόνος.




Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ


1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-2

Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε στη Χαλκίδα όπου και ζει. Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τις εξής ποιητικές συλλογές: Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι, 2009, Εμαυτού, 2010 Το κάλλος και το τραύμα, 2012, Ζητήματα ύψους, 2015.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά
Επίσης έχουν δημοσιευτεί κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία σε περιοδικά και εφημερίδες.

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001
1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002


ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ (2015)


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Αρχίσαμε με τα κρουστά.
Τα πλήκτρα πάνω στις πληγές
και κακοφόρμιζε η σάρκα,
μέχρι να πέσει το άρρωστο κομμάτι.
Ήρθανε κι οι μικροί τυμπανιστές
να παιανίσουν χαρούμενα την είσοδο της μέρας.
Μετά, το φλάουτο στο στήθος μου
δεν έλεγε να σωπάσει
κι ήθελε να ενωθεί με τους κορυδαλλούς.
Πες είσαι παιδί
και σε μαθαίνουν από την αρχή
ν’ ανασαίνεις.
Πες φίδι κι άλλαξες το δέρμα σου,
ορθώνεις μεθυσμένο το λαιμό στη μελωδία.
Τα έγχορδα έρχονται στο τέλος.
Νύχια να γρατζουνίζουν μέρη τρυφερά,
λεπίδια να χαράζουν σπλάχνα.
Και παίξε παίξε, τελικά
σε καταπίνει η αγκαλιά της μουσικής
κι ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω.

ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά.

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΛΩΣΣΑ

Ο λύκος που έγινε γλώσσα
ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,
πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,
ελλιπής
στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,
στην ικανότητα προσανατολισμού.
Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι
παρά την ώρα του έρωτα,
να βγάζω νύχια τρυφερά,
να βγάζω και καλές κραυγές
κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ
ζεστή,
παραδομένη
στο τρίχωμά μου,
στο νόημά μου
κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη
να μένει.

ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙΣ

Βαθιά που ομορφαίνεις με τ’ αστέρια,
στέκεσαι,
αργυρόχροα ετοιμάζεις
τα μέταλλα που θα με τελειώσεις,
τρέχει στα κόκαλα μια χθόνια μουσική,
γυαλίζουν τα μάτια σου σαν μοίρα.
Κι εγώ άμαθη κι αμήχανη
τα δάχτυλα δεν ξέρω να βολεύω,
την αγάπη λιγότερο
κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Στις φούχτες τ’ ουρανού μ’ εμπιστοσύνη
την εσπέρα απόθεσα το κορμί μου,
αδειάζοντας από αγάπες, λύπες, επιθυμίες.
Κι αν το βαθύ ξημέρωμα με πλάθει απ’ την αρχή,
χαμηλώνουν επικίνδυνα οι σημασίες
θεέ μου πού είναι το μονοπάτι σου να πατήσω,
βρέφος την ωραιότητα να θυμιατίζω,
να καλώ στο κέντρο της τη χαμένη αθωότητα,
κερδισμένο όνειρο ως το πρωί,
φως που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη.

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ

Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.

ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ

Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πως είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί -που κατατρώνε σπλάχνα- γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθιά.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
-πρώτε που μας δίδαξες—
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.

ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών,
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας.
Ο ίλιγγος του ύψους ακόμα στο μυαλό.
Στο κούτελο η σαϊτιά από το φως.
Της όψης των θεών καταπρόσωπο
η γοητεία που τυφλώνει.
Τα αιθέρια παλάτια
σχέδιο για το αίμα σου.
Και, των ανθών που έδρεψες
του Ολύμπου, η γύρη
κολλημένη στα δάχτυλα.
Να τρίψεις στις περγαμηνές
να γεμίσουν χρυσόσκονη.
Από μνήμης
να εξασκηθείς στην ωραιότητα.
Να πλάσεις τώρα τον πηλό με φρονιμάδα.
Δεν είναι ίδιος πια ο τεχνίτης
σαν γυρνά απ’ τα βουνά,
τα σύννεφα σαν γνώρισε,
δεν τον χωράει ο τόπος.

Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Σε μια κλωστή κρεμόταν η επίγνωση της νύχτας
έλεγα μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ
ότι θα απίθωνες στα πόδια μου λωτούς
στα στήθη μου φιλιά ώριμα, καρποφόρα.
Τώρα είναι μεσημέρι -όχι καταφυγές!-
έχει ένα φως που πυρπολεί τα μέσα μέρη της
αβύσσου, πουλιά δεν τραγουδούν εδώ
κρανίου τόπος η αλήθεια κατάματα.
Να μοιραζόμαστε με γρύλους την ορφάνια μας
ανοξείδωτες λύπες, ηχηρές, που κατρακυλούν
στα πηγαδίσια σπλάχνα μας και παφλάζουν
δυνατά του τέλους τα νερά.

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΩΡΑ

Υγραίνεται, πάλι η καρδιά.
Λικνίζονται στα βλέφαρα
οι σταλαγματιές των δακρύων,
εδώ περάσανε ράμφη, άνεμοι, πευκοβελόνες,
ένα μουντό φθινόπωρο που ετοίμαζε βροχές,
άνθη της τρικυμίας στη ράχη του νερού.
Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;
Η νύχτα ετοιμόγεννη ξεβράζει
συντρίμμια σάρκας, απόβλητα του έρωτα,
ξεφλουδισμένα σφάλματα, διφθέρες ανημπόριας
κι αυτές τις ρυτίδες λύπης ανάμεσα στα φρύδια.
Κι έτσι όπως χάσαμε των άστρων τα πατήματα,
ναυαγοί του ίσως,
σπαταλημένης σύνεσης ξεσκλίδια,
μόνο εδώ,
στην άκρη του καιρού,
ζητιάνοι πειστικοί του ελέους τώρα
που η δωδεκάτη ώρα σήμανε,
επί τέλους νοήμονες,
αλλιώς ποτέ, ποτέ!

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ

Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι, ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό’
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθιά
και τζιτζικιών θυσία ερωτική
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.



ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ (2012)


ΣΤΟ ΝΑΟ
Αφού δεν έρχεσαι τέχνη
έρχομαι να σ’ επισκεφτώ εγώ
επί πώλου όνου μπαίνω
και αναμένω ιαχές.
Α, σιωπηλή, σιωπηλή μου αγάπη
πόσο με βασανίζεις ενίοτε
τα ξέφτια σου να κυνηγάω
στις πέντε άκρες του Ναού.
Κι αν (πόσο) με θυμώνουν
επαίτες κι αργυραμοιβοί
με φραγγέλιο θέλω
να υπερβώ το περιττό.
Ύστερα στα πόδια σου θα πέσω
-σε θυμάμαι
δροσιά μελών
ευφροσύνη αρμών—
όταν θα μου παραδοθείς
επιτέλους θα νιώσω
μικρός θεός εν τη βασιλεία μου.

ΕΞΟΡΙΑ

Από τότε που μας δόθηκε η εξορία
χνάρια γυμνά αφήνουμε στο χώμα
ελαφάκια
που αναζητάμε την τροφή και το νερό,
την ουσία,
η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει
σαν ρούχο περιττό.
Ξένοι στα ξένα νιώθουμε
πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,
της Εύας τα φιλιά
παρηγοριά παροδική.
Ο τόπος ο εκεί
μας δένει με σκοινιά.
Αν ξέραμε τουλάχιστον με σιγουριά
ποιο είναι το καλό και το κακό!
Τιμωρείται ο κλέπτων οπώρας μάθαμε.
Ως πότε πια
θα μας τσακίζει αυτή η γνώση!

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Λοιπόν
έφτασα στην ηλικία
ακόμα και τους πόνους μου
να τους κοιτώ αφ’ υψηλού.
Στο τέλος
εύκολη γίνεται η ζωή
απλή
μάθημα που το ξέρεις πια απέξω
χιλιοδιαβασμένο.
Τώρα
μόνο το πρόσωπό μου
θέλω να κρατήσω
(από τα πάθη η περηφάνια
τελευταία αποχωρεί)
κι όσο για τα υπόλοιπα
μετρώ τα πλούτη μου
αφαιρώντας ένα ένα τα ιμάτιά μου,
τη γυμνότητά μου
θεσπέσια εσθήτα
φως
σου παραδίνω.

ΕΡΩΤΑΣ

Πώς έμπαινες στις φλέβες μου
λουτρώο φως
λυτά μαλλιά του φεγγαριού,
πώς έμπαινες στα σπλάχνα μου
πυρά, πνοή ειμαρμένης,
τα δάχτυλά σου όρη έπλαθαν
της τρυφερότητας στρογγυλής,
τα χείλη σου άρθρωναν βραχνά
τα πιθανά ονόματα του πόθου.
Κι ήτανε μέρες που ακούμπησα
στην άκρη του γκρεμού για να συναντηθούμε,
ήτανε νύχτες που μονάχη μέτρησα
μήκη χιλιόμετρα άστρα.
Α, έρωτα, έρωτα
χαράδρα εαυτού
κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα,
πάρε με έρωτα
τυράννησέ με ως το πρωί
να διαλυθώ
να σκορπιστώ
μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου.

ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Ο κόσμος όλος
σ’ ένα μικρό κουτάκι.
Μηχανισμοί, γρανάζια, ώρες
πλανήτες που παιδεύονται στις συζυγίες τους
διαδρομές υπομονής
πλήξεις επαναληπτικές
τικ τακ του χρόνου ατελείωτο
γεωμετρία της φθοράς.
Κι εσύ συνείδηση που επιμένεις να υφαίνεις
ολοένα διαστάσεις του αθέατου
μες στην καρδιά του υπαρκτού
αν απατάσαι
με όραση ανάποδη
αισθήσεις πρόστυχες, ανυπόληπτες.
Τι ωραία ωστόσο που ανατέλλεις
από τα πάθη σου!
Επειδή ελευθερία σημαίνει
να διακόπτεις την τροχιά σου.

ΠΛΕΟΥΜΕΝΟ

Ένα πλεούμενο ποίημα σήπεται
σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου
το καημένο
η γλώσσα —ρυμουλκό φιλότιμο-
επιχειρεί ανέλκυση·
α, ποίημα, ποίημα του βυθού.
Ναι.
Να θυμηθώ να ροκανίσω
τη φλούδα-φλοιό
να επιστρέφω
στην εποχή της αθωότητας
(γίνεται; εάν ίσως
αριθμομνήμων πόνος
σπρώχνει τις έλικες)
να υπάρξω
βρέφος σπαργανωμένο
στο νησί του τίποτα·
α, ποίημα, ποίημα
φέρε με
στο κέντρο του λωτού!

Η ΣΙΩΠΗ

Μες στη σιωπή
αναδεύονται
όλα τα τελειωμένα πράγματα
ζώα, φυτά κι αστέρια του μυαλού μου·
με τη σιωπή σχεδιάζω τη δημιουργία μου
λίαν αυτάρκης
πλάθω κόσμους απ’ το σώμα μου
πλανήτες-λέξεις στο στερέωμα εξακοντίζω
λέω «γενηθήτω φως»
και τότε Θεέ μου
σε καταλαβαίνω.

ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΑΑΛΑΖΟΝ

Κύμβαλο αλαλάζον
καρδιά μου
σάρκα μου
ατέλεια φύσης που αγωνίζεται
να υπερβεί τον εαυτό της
σάλπιγγα για καταστροφή
μα και για κτίση
ταμπούρλο με τους χτυπους σου
αιμοδοτείς τον κόσμο που τρεκλιζει
στα τείχη της Ιεριχούς
ή εδώ
βραδιάζει ξημερώνει
καρδιά μου
πάντα σταθερά στο μετερίζι.

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα δέντρα έχουν κόκαλα
τρίζουν στον άνεμο
τεράστιες γέρικες αρθρώσεις
και ύστερα την άνοιξη
φορούν χρωματιστά φορέματα
και βγαίνουν βόλτα στους λειμώνες.
Κι εγώ
πότε μες στους χυμούς των κλάδων λούζομαι
ντύνομαι τα φυλλώματα κατάσαρκα
καρπούμαι την ανθοφορία
και πότε της φθοράς την ξηρασία εσοδεύω
γερνάω με τις εποχές.
Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω
να σκάβω επιμένω ψάχνοντας
βαθιά
το νόημα της ρίζας.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τόσες νύχτες εδώ
ταξιδεύουμε σε μέρη παραδείσια
και το πρωί ξυπνάς
το φίδι κουλουριάζεται στη γλώσσα σου
με τεμαχίζει ιδανικά
δοκιμάζει τα όριά μου
ποια σημασία έχει σήμερα την τιμητική της·
λιγνή, λιγνεύω ολοένα
περιφέρομαι
τα δικά μου όλα αποποιούμαι
λιγνή-φτερό-αέρας να δεθώ
στο κατάρτι της επιθυμίας σου
κάθε μέρα επιλέγω
σε ποιον ιστό θα σταυρωθώ
για να σου ταιριάζω.

Η ΑΝΟΙΞΗ

Η Άνοιξη αναδύεται ανελλιπώς
με πέταλα και πεταλούδες
προβάλλει ακούραστη, αμετανόητη
απλώνει το χιτώνα της στα δάση
με χρώματα στολίζει το κορμί της γης
άνθη πληθαίνουν και τελειώνονται
δέντρα κοσμούνται χαρίτων
και κάπου κάπου μια αιχμή
(επί των ρόδων)
να υπενθυμίζει:
το κάλλος απαιτεί το τραύμα του·
έχει κι η Άνοιξη αγκάθια!

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Με τα φτερά του πόθου σου στους ώμους
διαπλέω ουρανούς γαλακτόχροες-
α, τέχνη, αγαπημένη ιδανική
μήπως μέσα στις συλλαβές
εφευρίσκω τον εαυτό μου;
Κάθε μέρα περνάει απαράλλαχτη
το τίποτα κινείται τόσο γρήγορα
η κινούμενη ακινησία με εγκλωβίζει-
αν τίποτα δεν κινείται
πώς σκέπτομαι λοιπόν;
πώς υποφέρω;
Ή όλα κινούνται με την ίδια ταχύτητα
προς το ίδιο τέλος
ώστε ο κινούμενος παρατηρητής
δεν είναι παρά παρατηρητής μόνο,
συμπαρασύρεταυ
ποτέ δε συμμετέχει.
Εγώ επομένως
με αλφαβήτα σπέρνω τον πηλό
σύμπαντα συναρμολογώ
επινοώ την επικράτεια της αλήθειας μου.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ ΕΓΡΑΨΑΝ:


ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Διάστιχο 19/10/2016
Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.
Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη με τον τίτλο Ζητήματα ύψους είναι μια de profundis εξομολόγηση, «De profundis clamavi ad te, lector», θα μπορούσε να πει η ποιήτρια, παραφράζοντας τον ψαλμό που έκανε διάσημο ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.
Η συλλογή μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, με σημείο τομής ενός πριν και ενός μετά το ποίημα «Επί των υδάτων (Ars Poetica)». Κόλαση και καθαρτήριο. Παράδεισος δεν υπάρχει πια.
Στο πρώτο ποίημα προσδιορίζει το χώρο της∙ μπαίνει στο δάσος απελπισμένη: Αγκάθια μες στο δάσος μου∙/ εύκολα σκίζεται το δέρμα (δεν ξέρω αν σωστά ακούω εδώ το θρόισμα από το «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη). Εκεί, σ’ αυτό το δάσος θα περιπλανηθεί και θα γδαρθεί, εκεί στο δέρμα της θα ανοίξει δρόμους για να φανεί το μέσα πάθος, η κόλαση – inferno.
Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται «ένας ελέφαντας» που «ξαφνικά πετά». Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί.
Μοιάζουν ωραία βέβαια τα βράδια στη σελήνη
αθώα είναι η ιστορία εκεί πάνω
τα λάθη μόνο για τους βράχους.
Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –«βράδια» και «φεγγάρια»– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές:
Μια χελιδονοφωλιά του νου
…διακονία κανονική στο αόρατο
…Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος που μεταλλάχτηκε σε κόλαση. Γιατί κάθε παράδεισος έχει τον όφι του και της γνώσεως το δέντρο του και τη φιλέρευνη Εύα του. Ο δρόμος είναι μπροστά, η πόρτα ανοιχτή, μπαίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει ότι στη στροφή περιμένει η αλλαξοκαιριά. Κι εκεί παίζεται το δράμα.
Η ποιήτρια, σαν τον ζητιάνο της παραβολής, εξόριστη του παραδείσου πια, αρκείται σε ό,τι έχει περισσέψει από το τραπέζι του πλούσιου: τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα./ Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους, γιατί κι ένα μικρό ψίχουλο αρκεί από τον παράδεισο που δεν μπορεί να έχει. Η ερωτική έλλειψη έρχεται σαν διακριτικό παράπονο, καθόλου διεκδικητικό. Κι επειδή το παράλογο έχει μπει για καλά στη ζωή, το «πράσσειν άλογα» ή «πράσιν’ άλογα» ή «πράττειν παράλογα» προεκτείνεται στο ζωγραφίζειν παράλογα, στο «Πορτρέτο». Η πράσινη κυρία, με φουλάρι από άνθη, ταιριάζει στη θεωρία του τοπίου –Αν είναι χρώματα κισσού/ αν είναι αγράμπελη–, οι στίχοι μάς γυρίζουν σε άλλες εποχές και άρωμα παλιάς τεχνοτροπίας, μόδας και γυναικείας κοκεταρίας – το πράσινο «πορτρέτο» δίνει μια αίσθηση κακίας, ψυχικής διαστροφής, σαπίλας και μούχλας. Δεν είναι το πράσινο της νιότης, της φύσης, της χλόης, της ζωής. Πράσινο σαν φίδι φαρμακερό∙ «χολή;», αναρωτιέται η ποιήτρια. «Ναι», θα ήταν η απάντηση που αιωρείται και δεν κατατίθεται. Σπαρακτική επίσης ακούγεται η ορχήστρα με όλα τα όργανα να οργώνουν το νου και την ψυχή, να αρχίζουν δυνατά για να καταλήξουν οδυνηρά. Με τα κρουστά στην ενθουσιαστική αρχή και το θρήνο, lamentο, στο τέλος. Πληγές της ψυχής με ήπιες μεταφορές στο σώμα αντανακλούν: Η αγάπη πονάει στα γόνατα. Και όσο το ύψος πιο ψηλό τόσο το βάρος της πικρής γείωσης πιο βαρύ. Το ανηλεές «σαρκοβόρο νηπενθές» του Ομήρου, του Καρυωτάκη, του Μποντλέρ, τα φάρμακα της «νάρκης του άλγους» του Καβάφη, κανένα δεν μπορεί να ηρεμήσει το θηρίο, το «αμάχανον όρπετον» που τρώει από μέσα. Και ο «έρως ο λυσιμέλης», ο «ελθών εξ οράνω» (παραφράζω λίγο τη Σαπφώ) είναι ανήκεστος. Τι είναι το φιλί, η αναμονή, η πίεση, το βάθος της ουλής, τα δάχτυλα, ηλεκτρικά καλώδια; Όλα είναι του έρωτα σύνεργα, προσαγωγά νεύρα που στοχεύουν σωστά και πετυχαίνουν την καρδιά. Σταματώ για λίγο στο ποίημα «Χαρμολύπης εγκώμιον», όπου συνυπάρχουν η «χαρμολύπη» και η «πικροδάφνη», μισή χαρά, μισή λύπη, μισή πίκρα, μισή δόξα. Τα κλαδιά της πικροδάφνης σαν χέρια απελπισμένα. Οι βράχοι κοφτεροί με μασέλες, δόντια τρωκτικά/ που σκίζουν σάρκες από μέσα. Τα «δοξαστικά μεσημέρια» (του Ελύτη) με τα τζιτζίκια και τη συμβασιλεία των φυτών και λουλουδιών, των φτερωτών αγγέλων και των ερωτικών φιλιών, στον ήλιο τον καυτό, όλα μια επιφάνεια παραδείσου, ένα τσιρότο στην πληγή. Η ζείδωρη φύση με τα δώρα της, λουλούδια κι αρώματα, ορχήστρα ανεκλάλητου παραδείσου πλην, παρελθόντος. Μετρημένος ο χρόνος του. Αλλιώτικο το χρώμα του κι ας είναι ίδιος.
Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι. Μια αστραφτερή απάτη: αργυρόχροα ετοιμάζεις/τα μέταλλα που θα με τελειώσεις. «Αχ, ομορφιά, συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας», λέει ο Ελύτης. «Αχ, έρωτα, καθώς Ιούδας με παρέδωσες», θα μπορούσε να λέει η ποιήτρια. Μ’ ένα φιλί κι ένα χάδι μου έκλεψες την αθωότητα, την ιερή στιγμή μου.
Ωστόσο, στο ποίημα «Αρχή της αρχής» κάνει επανεκτίμηση των πράξεων και επανεκκίνηση της ελπίδας. Στο «Επί των υδάτων (Ars poetica)», συνθεμένο από στίχους ή ιδέες ποιητών που αγάπησε, στηρίζει την πίστη που κλονίστηκε. Έτσι, γνωρίζει, με την πληγή στο πλευρό, ποιο το καλό, ποιο το κακό και ότι της αθωότητας η γλώσσα έχει τίμημα. Φως ανατέλλει πάλι, ο λόγος γίνεται πιο στοχαστικός, ο πόνος αποσύρεται από τη σκηνή, παραφυλάει ωστόσο στα παρασκήνια. Είναι αυτός που θα εκθρέψει τη νέα σοδειά. Το λέμε τώρα έρωτα/ του ουρανού και των άλλων άστρων/ το λέμε υποταγή στην ομορφιά/ που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει./ Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή/ το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,/ άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου/ και ροδιού σπόροι οι λέξεις,/ τ’ όνομά μου.
Έτσι, λοιπόν, η συγκατάβαση επετεύχθη. Η παραδοχή έτοιμη. Η ποιήτρια αποφθέγγεται: Ευτυχισμένοι/ αυτοί που ξέρουν να τρυγούν την άνοιξη,/ ευτυχισμένοι/ αυτοί που κοιτούν κατάματα την αγάπη/ και τρισευτυχισμένοι αυτοί που δεν γνωρίζουν φόβο./ Κι εγώ δέντρο που καίγομαι/ και σβήνω τις φωτιές μου στα ποτάμια!, αλλιώς: «Μακάριοι οι μη ειδότες…», γιατί οι ειδότες δεν είναι μακάριοι, γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,/ εκ του μακρόθεν, λέει, δεν περιγράφεται. Αν δεν καείς μες στη φωτιά, δεν μαθαίνεις, «φωτιά, ωραία φωτιά, καίγε μας, λέγε μας τη ζωή», είπε ο Ελύτης. Η φωτιά, αυτή το πρώτο ρίζωμα και δεν είναι τυχαίο.
«Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι.»
Ο καιρός της περισυλλογής έφτασε. Η ποιήτρια περιηγήθηκε τον πόνο, περιέγραψε την απώλεια, κοίταξε από ψηλά την πτώση, από χαμηλά τον ουρανό, κράτησε μέσα της τα τιμαλφή της. Αξιοποίησε ό,τι η τέχνη της έδωσε, έδωσε στον πόνο της ρυθμό, ανακαίνισε την παλιά φόρμα, έπαιξε δίκαια ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, και: Θα αναχωρήσω τώρα/ –αν δεν σας πειράζει– για τον τόπο μου/ …Αγαπητοί φίλοι,/ θα λείψω για λίγο τώρα,/ αποσύρομαι στην ηλικία που μου ταιριάζει,/ θα δοκιμάζω εξαρτήματα εκεί/ που οι κόσμοι συναρμολογούνται χάρτινοι/ αθώοι, θα εγκατασταθεί στα δίκαιά της. Και όλα στη θέση τους. Το σύμπαν δεν θα ανατραπεί. Η ζωή θα συνεχίζεται κι ο καθένας με την πληγή του θα ιδιωτεύει στον ιδιωτικό του κόσμο, στο όνειρο που μπορεί να ελπίζει για να μπορεί να ζει.
Η Κυριακή Λυμπέρη με τα Ζητήματα ύψους, αλλά και τα ζητήματα βάθους, μας άνοιξε την πόρτα για να μπούμε στο δάσος που την έγδαρε, την πόνεσε, την έκανε να νιώσει κανονικός άνθρωπος και, σαν πρωτόπλαστη, διωγμένη από τον παράδεισο, να συμβιβαστεί με το μεγάλο τίποτα:
Ο θάνατος απλώνει γύρω
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση.
Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας «μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου», όπως έλεγε ο Σεφέρης.


ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 13/1/2016
Μια κριτική ανάγνωση στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ»
Η ποίηση είναι οπωσδήποτε ένα “ζήτημα ύψους”, τουλάχιστον για τον ποιητή που της δίνει πνοή με τη γραφή του αλλά και για τον αναγνώστη που μεταλαμβάνει την ανάσα αυτή. Ζαλιστικό το ύψος αυτό, γι’ αυτούς που είναι μαθημένοι να πατούν μόνο στα γήινα και απολύτως ερμηνεύσιμα. Αντιθέτως, δελεαστικό με όλον του τον κίνδυνο, γι’ αυτούς που αντέχουν «απρόσμενες παγίδες, θαύματα ερήμην».
Είναι αναμενόμενο ίσως μέσα σ’ ένα ποίημα να ανιχνεύεται μια δόση αυτοαναφορικότητας. Περίπου αυτό που ονομάζουμε “ποιητική” του κάθε δημιουργού, τα χτίσιμο της δικής του οπτικής στην υπόθεση της γραφής. Η Κυριακή Λυμπέρη στα «Ζητήματα ύψους» παρουσιάζει -άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο καλυμμένα- σχεδόν σε όλα τα 41 ποιήματα της συλλογής της αυτόν τον κόσμο στον οποίο κινείται η ποιητική σκέψη δίνοντας έτσι τη δική της εκδοχή για τα ποιητικά πράγματα. Μας προετοιμάζει ακόμη από τους πρώτους στίχους
«… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό,
να με πονάς, αλλά να μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!»
Άγρια η ψυχή του ποιητή; Κάποιες φορές ναι. Πάντως με άγρια βότανα τροφοδοτούμενη. Αλλιώς δεν γίνεται να μεταδώσει αυτά τα κομμάτια ουρανού, αν πρώτα δεν έχει δοκιμαστεί στα πιο σκληρά μονοπάτια. Η ποίηση δεν γράφεται με χαρές και τραγούδια. Απαιτεί αίμα ψυχής. Όπως αυτό που φαίνεται να κυλά στις φλέβες αυτής της ποίησης.
Ο κόσμος του ποιητή έχει ουρανό, με την απαιτούμενη εξύψωση, έχει όμως και καταβύθιση σε υδάτινα τοπία, εκεί που σαν νέος δύτης (στα ίχνη εκείνου του αρχέτυπου της ποίησης του Ρίτσου) θα δεχτεί από τον πυθμένα όλα τα θαυμαστά
«Η μισή μου καρδιά είναι εδώ πέρα,
όταν ξεβράζει η φουσκοθαλασσιά
ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια.»
Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου.
«Κι εγώ δέντρο που καίγομαι
και σβήνω τα φωτιές μου στα ποτάμια»
Αφήνεται να τη ρουφήξει «το κήτος ολόκληρο» σαν νέος Ιωνάς, γιατί μόνον έτσι
«πέστε μου,
δεν δίνεται ύστερα σαν χάρισμα η προφητεία;»
Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο.
«Ο δράκος μου κοιμάται
διαρκώς με το ένα μάτι ανοιχτό,
περιμένει τη κλήση μου τη σωστική,
στην αγωνία είναι πάντα έτοιμος.»
Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά. Και πρωτίστως θα πρέπει ο ποιητής να έχει παραδώσει την ψυχή του σαν νέος Φάουστ
«Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται».
Κατόπιν θα μπορεί κι αυτός να συνομιλεί με τους θεούς
«Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας»
Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα, και τότε φτιάχνεις δυο τρεις στίχους από τους πιο ερωτικούς
«κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού».
Η ποιήτρια έχει επίγνωση της θέσης της στον κόσμο των ποιητών, ακόμη κι όταν καταχωρίζει τον εαυτό της στα «χειμαδιά»
«Ταγμένοι οι ποιμένες ν’ αγρυπνούν
και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων
κι εγώ εδώ στα χειμαδιά
μαθαίνω την ψυχή μου.»
Αυτή, ωστόσο, η εκμάθηση ψυχής είναι που εκτινάσσει τον λόγο και από ένα απλό ψέλλισμα στίχων (που συχνά απαντάται στο λογοτεχνικό σύμπαν) τον μεταλλάσσει σε ώριμη ποιητική πρόταση, ικανή να μιλήσει στον αναγνώστη, κι έτσι να τεθεί σε λειτουργία η μετακένωση με τον γραπτό λόγο μιας εμπειρίας ζωής και μιας συνάμα ενδιαφέρουσας σκέψης.
Θέλω να κρατήσω για το τέλος αυτής της ανάγνωσης ένα μικρό θαύμα ποιητικού λόγου που συνάντησα σ’ αυτές τις σελίδες. Και το παραθέτω ολόκληρο καθόσον μόνον έτσι “ζωγραφίζει” την εικόνα του και την παραδίδει πλήρη
«Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά»
Είναι εδώ που όλα είναι ένα: ο στίχος-λόγος, η εικόνα, το φως, το χρώμα, η μουσική, ακόμη -θα τολμούσα να πω- εκείνο το απίθανο ποδήλατο που μας το σύστησε πρώτος ο Εμπειρίκος για να δούμε την ίδια την ποίηση σαν ανάπτυξη του στίλβοντος χρωματισμού του. Μα έχουμε Ποίηση εδώ! Και τότε «ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω».

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 9/2/2016
Η αύξηση της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων ετών έφερε στο προσκήνιο και την ελληνική περιφέρεια. Έχουμε ξανασημειώσει το γεγονός ότι έως τώρα οι περισσότερες ανθολογίες και ποιητικές εκδόσεις προέρχονταν από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, δίνοντας μία καθαρά αστική οπτική στην ποίηση. Η εγγύτητα των ποιητών των αστικών κέντρων και οι συχνές μεταξύ τους επαφές διαμόρφωσαν όχι μόνο κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και οδήγησαν στην αδιαφορία για ποιητές της περιφέρειας, των μικρών ή μεσαίων πληθυσμιακά αστικών κέντρων.
Τούτοι μακριά από τις επαφές και τις άμεσες επιρροές από ομοτέχνους διαμόρφωσαν ένα δικό τους ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες συνδέοντάς τις με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.
Έτσι, αποκαλύπτεται μία νέα ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς τη μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και κυρίαρχη τη βιωματική φυσιολατρική προσέγγιση, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά τα κοινά ποιοτικά στοιχεία που ίσως εντοπίσουμε. Σε αυτή την ομάδα θα εντάξουμε και την Κυριακή Λυμπέρη, «Ζητήματα ύψους» (τυπωθήτω, 2015).
Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη είναι ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή κατά βάση. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στον ονειρικό της κόσμο· μαγεμένος ονειρεύεται κι αυτός. Και αν στόχος της τέχνης και της ποίησης είναι το ταξίδι του αναγνώστη/ακροατή, τότε ο στόχος της δημιουργού έχει επιτευχθεί στο απόλυτο καθώς το κοινό βιώνει τον αισθησιασμό της αισιοδοξίας μέσα από την ποιητική μαγεία της Κυριακής Λυμπέρη .
Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος διαφορετικών φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει όλη τη συλλογή και αναδύει μία νότα αισιοδοξίας, ακόμα κι όταν αγγίζει αποφάγια και σκουπίδια (οι αντίποδες). Και ακριβώς ζώντας στην ελληνική περιφέρεια, τόσο κοντά στην ύπαιθρο, η δημιουργός έχει πλούσιες εικόνες φύσης· σκηνές που καθώς τις μεταχειρίζεται με στιχουργική μαεστρία σε μία μείξη με βασικό συστατικό το σουρεαλισμό, αναδύουν ένα άρωμα ποίησης μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό της περιβάλλον.
…μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!…
Η γλώσσα της είναι άμεση και ρέουσα. Η απλότητα του αφηγηματικού ύψους και η ροή της επιτρέπουν την ήπια κίνηση των εικόνων και έτσι το συναίσθημα εισχωρεί ταχύτερα στην ψυχή του αναγνώστη. Ωστόσο, η αφηγηματική απλότητα, δε σημαίνει γλωσσική ή εκφραστική απλότητα. Αντίθετα, υιοθετεί μία πλούσια εκφραστική.
Πολλά είναι τα επίθετα και οι άκλιτες λέξεις που πλουταίνουν την έκφρασή της. Παράλληλα, οι συχνές εναλλαγές προσώπων και ποιητικών υποκειμένων με τη σαγηνευτική γλώσσα μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα τη μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παρομοιώσεις, τις αντιθέσεις (δόκτωρ Φάουστους) και το ασύνδετο σχήμα (να επιμένεις) εντείνοντας ή χαλαρώνοντας τη συναισθηματική ένταση των στίχων της.
Η χρήση ερωτήσεων (οι αντίποδες, πορτραίτο, επί υδάτων, το κήτος, Ιώβ) και το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο (η μουσική, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, στην επικράτεια του βράχου, δόκτωρ Φάουστους, στα σύννεφα) προσδίδουν μαζί με το α΄ ενικό (ο τόπος μου, στη φλούδα μου, ο δράκος μου, ζητήματα ύψους, έτσι κι αλλιώς) μία θεατρικότητα· αναδύουν μία υποκριτική διάσταση μέσα από τον -φενάκη σκηνικό- διάλογο.
…Τρέχει το ελάφι πάνω κάτω στα ψηλώματα,
ξεραίνεται το γέλιο μου στην άκρη του λαιμού,
η δίψα μου είναι των άστρων…
Η ποιήτρια αξιοποιεί τον υπερρεαλισμό στο γλωσσικό επίπεδο διευρύνοντας τη γλώσσα με καινοφανή ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (των ελαχίστων, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον, γένοιτο). Άλλοτε ο υπερρεαλισμός γίνεται ένα όχημα αλληγορίας για να εκφράσει τις αγωνίες για την πολιτική (στην επικράτεια του βράχου, το φαρμακείο), την κοινωνία (των ελαχίστων, τα μικρά άνθη, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, Ιώβ), τον ίδιο τον άνθρωπο. Παρά την κρυπτικότητα του συμβολισμού το γενικό μήνυμα είναι εύληπτο και αγκαλιάζει τον αναγνώστη.
Βέβαια, βασικό γνώρισμα του υπερρεαλισμού είναι η εικονοπλαστική του ισχύς· μία δυναμική την οποία η Κυριακή Λυμπέρη αξιοποιεί επιτυχημένα. Εμπλουτίζει τη φυσική ροή της αφήγησης με εικόνες μετωνυμικής και μεταφορικής υφής. Ονοματικά σύνολα με ρίζες στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς όχι μόνο πυκνώνουν τις παραστάσεις στο ποιητικό της κάδρο, αλλά και επιτρέπουν στο λυρισμό να ρέει ελεγχόμενος από το στιχουργικό ρυθμό· διατηρεί τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης και κεντρίζει τον αναγνώστη με τον γλωσσικό της πλούτο.
Έτσι, μετατρέπεται σε εκφραστική δίοδο αποτύπωσης της στιγμής (βαθιά που ομορφαίνεις) ή λειτουργεί ως οδός με άμεσες αναφορές στον έρωτα και την αγάπη (ημίμετρο, μη μιλήσω άλλο για αγάπη, η προφητεία, θαύματα ερήμην, στη φλούδα μου), τη μοναξιά (ο δράκος μου, το μονοπάτι), την ποίηση και τις τέχνες (πορτραίτο, η μουσική, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον) ή την ίδια την ποιητική παράδοση του τόπου (επί των υδάτων) και υπαρξιακές προσεγγίσεις (η αρχή της αρχής, το μονοπάτι, στα σύννεφα, η δωδέκατη ώρα, το κήτος).
Ας μην παραβλέπουμε ότι το μόνο υλικό της ποίησης είναι οι λέξεις, η γλωσσική δημιουργία που επιτρέπει τη ροή των συναισθημάτων προκαλώντας τις αισθήσεις. Και ακριβώς με αυτό το υλικό -και λίγη από την ύλη των ονείρων εμποτισμένων σε λυρισμό και αισιοδοξία- πειραματίζεται και μαγεύει η Κυριακή Λυμπέρη.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».
Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».
Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.
Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».
Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».
Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2016/12/29/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%B7-%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7/