Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Σάντρο Πέννα, ποιήματα









μετάφραση: Γιάννης Η.Παππάς.




«Άσε με να φύγω, ξημέρωσε».

Κι εγώ ξανάμεινα μόνος ανάμεσα

στις άδειες ατέλειωτες καμπίνες πλάι στη θάλασσα.

Ανάμεσα στις ανώνυμες και σιωπηλές καμπίνες

έψαχνα καταφύγιο;

Η θάλασσα, η καθαρή θάλασσα

δεν στράφηκε σε μένα με το φως της;

Σώθηκε μόνο η μελαγχολία;

Η αυγή μου ξανάδειξε, κουρασμένη, ένα δρόμο.



=======================

Το μάθημα της αισθητικής



«Μα τι ομορφιά υπάρχει στην ποίηση;»

Κοίτα, όταν βλέπεις έναν δυνατό φίλο

περιστοιχισμένο από γυναίκες, όταν είσαι μαγεμένος

απ’ τη μουσική και κάτω απ’ τον προβολέα

λάμπουν τα χρώματα μιας ντίβας που ημίγυμνη

κατεβαίνει στην πλατεία, εκεί που ανατριχιάζεις

κρυμμένος μέσα σε τόσον κόσμο

όταν μια σκοτεινή και ήσυχη βραδιά μες την πλατεία

φίλοι χορεύουν δίχως γυναίκες

στους ήχους μιας φυσαρμόνικας και συ

δεν είσαι απ’ αυτούς; αυτό λοιπόν δεν το βρίσκεις

ωραίο; Είναι ωραίο ακόμη και γι’ αυτόν

τον ηλικιωμένο κύριο που αποκαλείται κριτικός

που τόσα όμορφα βρίσκει και μάλιστα

προχώρησε ακόμη πιο πολύ

ανακαλύπτοντας στον κόσμο – κι ίσως παραπέρα–

ωραία πράγματα πάντα πιο ωραία·

κι όμως ξαναλέει με αγάπη: «πόσο όμορφο είναι αυτό το ποίημα!»

Και συ με κοιτάζεις και δεν μου δίνεις ούτε ένα φιλί;





===========================

Αγάπη, νιάτα, όμορφες λέξεις

τι λάμπει πάνω σας και σας στραγγίζει;

Απομένει μια μυρωδιά από ξεραμένα κουράδια

στα ηλιόλουστα μονοπάτια.



======================

Η ποίησή μου δε θα είναι

ένα ελαφρό παιχνίδι

φτιαγμένο από ωραίες και άρρωστες λέξεις

(ήλιος του Μάρτη καθαρός πάνω

σε πράσινα πλατανόφυλλα που τρέμουν).

Η ποίησή μου θα ορμήσει δυνατά

για να χαθεί μες στην απεραντοσύνη

(παιχνίδια ενός όμορφου αθλητή

στο αργό καλοκαιρινό απόγευμα).



=========================

Το αγόρι που ακούει στα βιβλία

τραγούδια για χαμένες αγάπες

δεν καταλαβαίνει τίποτα. Κοιτάζει,

κοιτάζει ένα κομμάτι γυαλί στη σκεπή

να αστράφτει

στο φλεγόμενο ηλιοβασίλεμα…

σκύβει έπειτα πάνω στο δέρμα του

όπως πάνω σ’ ένα λευκό ημερολόγιο.



======================

Η σκιά ενός ελαφρού σύννεφου

με πήγε σ’ ένα αγόρι

που βγαίνοντας απ’ το ρυάκι

γυμνό, ξάπλωσε στο χορτάρι.

Ένιωσα

όπως μετά την πρώτη μεταλαβιά.



Και πάνω της

κύλησαν μέρες πράσινες και ίδιες

και μονότονα δειλινά με τις γυναίκες

να κάθονται στα κατώφλια έρημων δρόμων

να γνέθουν και να κεντάνε.





================================



Φίλα με στο στόμα, τελευταίο καλοκαίρι.

Πες μου ότι δεν θα φύγεις μακριά.

Επέστρεφε με τον έρωτα στις πλάτες,

και το βάρος σου δεν θα είναι πια ανώφελο.



===============================



Άλφιο, κάποιο τραίνο σε παίρνει πολύ μακριά.

Μα πού παίρνεις τα μάτια σου τα λυπημένα

και χαρούμενα μαζί; Χαράζει η αυγή

και μοιάζει κιόλας μακρινό το βράδυ

που έφυγε μαζί μας πριν από λίγο.

Το βράδυ που δε θέλησες να μου χαρίσεις

αυτό το μόνο που άξιζα, αυτό

που κι αν δε δόθηκε μου καίει την καρδιά και το μυαλό

τόσο πολύ που αυγή και βράδυ και πρωί

μπερδεύονται

και μέσα κει βλέπω μονάχα το φως σου.



=============================



«Ποιητή αποκλειστικά του έρωτα»

με έχουν αποκαλέσει. Και ίσως να ’ταν αλήθεια.

Όμως ο αέρας εδώ πάνω στο χορτάρι και οι θόρυβοι

της μακρινής πόλης

δεν είναι κι αυτοί έρωτας;

Κάτω από τα ζεστά σύννεφα

δεν υπάρχουν ακόμη οι ήχοι

ενός φλογερού έρωτα

και δεν φεύγει πια;



===================================


Διαφορετικό


Λαχταράω να φιλήσω ένα ωραίο αγόρι.

Ήλιος με φεγγάρι, θάλασσα με δάση.

Όλα να τα φιλήσω σ’ ένα στόμα.



Το αγόρι δεν ξέρει. Τρέχει σε μια πόρτα

λυπημένου φωτός. Και το στόμα του είναι νεκρό.



=================================


Ο φθινοπωρινός αέρας κουνάει τις περσίδες σου.

Αποχαιρέτα τώρα πια τα τολμηρά σου νιάτα,

φωτεινά μάτια καρφωμένα στις περσίδες.



==================================



Το μαύρο τραίνο που έτρεχε στη μέση

της νεκρής αλλά ηλιόλουστης εξοχής



ζωντάνευε στο παραθυράκι σαν

ένα κόκκινο λουλούδι χωρίς λάμψη

ένας νεαρός που πήγαινε στη δουλειά του.



Ένας νεαρός που πήγαινε στη δουλειά του.

Ενώ ένας άλλος ήταν ξαπλωμένος σε ένα ρέμα

δεν ξέρεις εάν είναι κοιμισμένος ή ζωντανός

ανάμεσα σε μια αναλαμπή του ήλιου και σε μια άλλη του νερού.



Ένας νεαρός που πήγαινε στη δουλειά του!



(σημ.Η ανθολογία με τα ποιήματα του Σάντρο Πέννα θα κυκλοφορήσει το 2015)

http://www.oanagnostis.gr/santro-penna-piimata/

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

"Αισιοδοξία"

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
"Αισιοδοξία" -Χρονογραφία
Κώστας Καρυωτάκης
11/11/2896 - 21/7/1928

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Πωλ Ελυάρ ~ Ζωγραφιστά Λόγια ~


Για να νιώσεις το παν ,
Ακόμη και το δέντρο με την πρωραία ματιά
της σαύρας και της κληματίδας
το δέντρο τ’ αξιολάτρευτο ,
τη φωτιά τ’ αδιέξοδο


Για να σμίξεις δρόσο και φτερούγα ,
σύννεφο και καρδιά, νύχτα και μέρα
παράθυρο κι όποια να ‘ναι χώρα

Γiα να καταργήσεις του μηδενικού τον μορφασμό
που θα κυλήσει μεθαύριο στο χρυσάφι
Για να ξεκόψεις ,
με τις μικροπρέπειες των θρεμμένων
απ’ τους ίδιους των εαυτούς γιγάντων

Για να δεις όλα τα μάτια έτσι ωραία
Όσο κι εκείνα που ατενίζουνε
θάλασσα που τα πάντ’ αφομοιώνει

Για να δεις τα μάτια ν’ αντικαθρεφτίζουνε
μέσα τους πάλι όλα τα μάτια

Για να γελάς που κάποτε ιδροκόπησες ,
ξεπάγιασες και πείνασες και δίψασες

Για να ‘ναι και το να μιλάς όσο και να φιλάς
γενναιόδωρο

για ν’ αναδέψεις κολυμβήτρια και ποτάμι,
κρύσταλλο και χορεύτρια θύελλας

Χαραυγή και καρδιάς Άνοιξη
φρονιμάδες και πόθους παιδιάστικους

Για να δώσεις στη γυναίκα
τη μοναχική και τη συλλογισμένη
τη μορφή των χαδιών
που ονειρεύτηκε

Για να ‘ναι η έρημος μες στη σκιά
Κι όχι διόλου μες στη σκιά Μου
Όλα ορίστε
Δίνω
Τ’ αγαθά μου
Όλα τα Δικαιώματά μου.


Aπόδοση: Οδυσσέας Ελύτης-Δεύτερη Γραφή

...«Τρία γράμματα προς τη μητέρα»


Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου,
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο,
αν το βρεις ασήκωτο,
είναι που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο.
Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος, μητέρα.
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε,
στο κάτω-κάτω την Κερύνεια δεν τη βλέπουμε,
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας ,
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντί μας ,
και μας κοιτάζει , και μας κοιτάζει μ’ ένα τρόπο …
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας ,
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν το Μόρφου,
και δε μπορεί να κρυβεί σαν την Κερύνεια
και σαν την Αμμόχωστο.
Και λέει: “Λοιπόν’;
και μας ρωτά: “Λοιπόν’;

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ


Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεων μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.

ΔΙΑΛΟΓΟΙ - Νίκος Καρούζος

Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ





Η καμπύλη των ματιών σου κάνει το γύρο της καρδιάς μου,
Ένας κύκλος χορού και γλύκας ,
Φωτοστέφανο του χρόνου, λίκνο ασφαλές της νύχτας,
Κι αν δεν γνωρίζω πια όλα όσα έχω ζήσει
Είναι επειδή τα μάτια σου δεν μ’ έχουν πάντοτε θωρήσει.


Φύλλα της μέρας και πάχνης αφρός,
Μυρωμένα χαμόγελα, του ανέμου καλαμιές,
Φτερούγες που σκεπάζουν τον κόσμο με φως
Καράβια φορτωμένα με θάλασσα και ουρανό,
Θορύβων κυνηγοί και χρωμάτων πηγές,

Αρώματα βγαλμένα από χαραυγής εκκολαπτήριο
Που κείτεται αιωνίως πάνω στων αστεριών την καλαμιά,
Όπως η ημέρα από την αθωότητα εξαρτάται
Όλη η πλάση από τα αγνά σου μάτια εξαρτάται ,
Κι όλο το αίμα μου μέσα στο βλέμμα τους κυλά 

(Capitale de la douleur, (1926)
Μτφρ: Ιωάννα Αβραμίδου

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η Μαρίνα των βράχων








Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη –Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο


Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών


Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια*


–Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου 'λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου*

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ' άρωμα των γυακίνθων –Μα πού γύριζες


Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του


Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας*.
Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο
άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο.
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.















ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΕΣΠΕΡΑΣ



Στον Χουάν Χοσέ Αρρεόλα
Τείχη ψηλά του νερού, πύργοι πανύψηλοι,
νερά αιφνιδίως μαύρα κόντρα στο τίποτα,
νερά αδιαπέραστα, πράσινα και φαιόγκριζα,
νερά αιφνιδίως λευκά, νερά κυρίως εκθαμβωτικά.
Νερά σαν τις απαρχές των υδάτων,
σαν την πρωταρχή την ίδια την προ του ύδατος,
τα νερά που κολυμπάνε μέσα στο νερό
κι εξολοθρεύουν ό,τι επινοείται από το ύδωρ.
Ο αντίλαλος τίγρης των νερών, ηχηρός,
τα αντίλαλα εκατό τίγρεων νύχια, ηχηρά,
τα εκατό χέρια του νερού, οι εκατό τίγρεις
με τό ’να τους και μόνο χέρι κόντρα στο τίποτα.
Γυμνή θάλασσα, θάλασσα που διψάει για θάλασσες,
βαθιά από τ’ άστρα και από τους αφρούς ψηλή,
λευκός φυγάδας μέσ’ από τη φυλακή του πόντου
που πάει και σκάει πάνω σε σύνορα αστρικά,
τί μνήμες, τί βράχους, πάγους και νησιά,
τί άμορφη σύγχυση των νερών και του τίποτα,
τί θάλασσες, τί πυρπολημένοι εγκάθειρκτοι,
μέσα σου, κάτω απ’ το στήθος σου, συνεχώς τραγουδάνε;
Τί βία μυστική, απόκρυφη, τί χείλη
κινούνται πάνω στο δέρμα σου μαζί με πράσινες φλόγες;
Τί ερημωμένα νερά, τί μοναχοί αιγιαλοί,
τί αθέατες θάλασσες, θάλασσα; Ή και αλλιώς:
από πού αρχίζεις, θάλασσα, και ίσαμε πού πηγαίνεις;
από πού ξεκινάς χρόνε, ζωή μου,
στρατέ από καπνούς και από ψέματα,
πού πας, σφυγμέ και σάρκα και όνειρο; – πού;
Πού φτάνεις, δίψα για το τίποτα, πού;
Δεν είμαι η πέτρα που γκρεμίζεται,
είμαι η πτώση της και, επί πλέον, είμαι η άβυσσος,
ο κύκλος του ίσκιου που μέσα του βουλιάζει.
Χρόνος που ψύχεται, θάλασσα και τύμπανο,
της σελήνης βρικόλακας – ή μήπως στο κενό σφεντονίζεται;
Μάνα μανιακή, τεράστιο ζώο σχισμένο,
θάλασσα που ζωντανά τρως, ναι, τα σπλάχνα σου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

ΟΡΑΜΑ








ΟΡΑΜΑ


Πουλιά πετούν σπινθηροβόλα μέσ’ από τούτα τα γράμματα. Εν μέση ημέρα ανατέλλει η άγνωστη, του ‘ηλίου ήλιος αντίπαλος, και ξεχειλίζει ανάμεσα στις μαυρίλες και στις ασπρίλες του ποιήματος. Στο δάσος του ξαφνιάσματός μου τιτιβίζει ευλαβικά. Κάθεται στο στήθος μου με την ίδια άτεγκτη τρυφερότητα του φωτός που σκύβει το κεφάλι του πάνω από κάποιο παρατημένο στουρνολίθαρο. Ανοίγει τα φτερά της και τραγουδάει, τ’ απλώνει και λαλεί. Περιστερώνας είναι το στόμα της απ’ όπου αναβλύζουν λέξεις άνευ νοήματος, πηγή θαμπωμένη είναι απ’ το ίδιο της το ανάβλυσμα, σημάδια λευκά και από ουσία κατάπληκτα. Ύστερα εξαφανίζεται.
  Αθωότητα μισοϊδωμένη, που τραγουδάς στου γεφυριού το παραπέτο, όταν εγώ είμαι το ποτάμι που κυλάει κάτω από τον ίσκιο σου: τί καρπούς τσιμπολογάς εκεί πάνω; σε τί κλαδιά και σε ποιανού να τραγουδάς δεντριού την κορυφή;


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Το γέλιο σου

Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.
Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το ασήμι που γεννάς.
[...]
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες
ώρες μου τινάζεται
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου
δεις το αίμα μου
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα ‘ναι στα χέρια μου
σα δροσερό σπαθί.
[...]
Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πεθάνω.
Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.
Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το ασήμι που γεννάς.
[...]

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

ΟΝΟΜΑΤΑ








Η μέρα γλιστράει σε σπασμένες στέγες
τα φυτά ξεχνάνε τη γενέθλια βία τους

Ονόματα που μεγαλώνουν
Ονόματα που τα κατάπιε η καταβόθρα

Είμαι ζωντανός σε ό, τι γεννιέται
σε ό,τι δημιουργώ
έξω από εμένα
μέσα σε όλα

στη φήμη που το σκάει από την πρωταρχή



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Ελένη Ν. Γαλάνη, Ποιήματα







Ελένη Ν. Γαλάνη, Ποιήματα / Eleni N. Galani, Gedichte (μετφρ: Dirk Uwe Hansen & Γιώργος Καρτάκης)





`

Αραχάβη*

Ανήκω στα χειλανθή η μητέρα

μυρίζει χώμα στο στόμα της

ανθίζει δενδρολίβανο κλωνάρια μέντας
την εμποδίζουν να μιλάει γι΄αυτό
μένει σιωπηλή
τα καλοκαίρια τής πιάνω τα μαλλιά τα τραβάω
είναι πλατύφυλλα
μοσχομυρίζουν τα δάχτυλα ευωδιά
από βασιλικό έχει
μια θλίψη ανεξήγητη χρόνια
πίστευα πως είναι ίδιον αριστοκρατικό
ευγενών
βασιλιάδων
να εκβιάζουν αγγίγματα να μυρίσουν
έμαθα αργότερα πως η θλίψη δεν
είναι βασιλικό προνόμιο δεν
έχει πρωτόκολλα δεν
τηρεί τα προσχήματα δεν
κάνει διακρίσεις δεν
είναι κληρονομικό
δικαίωμα είναι
φυτό οικιακό
γονιμοποιεί ανάσες φωτοσυνθέτει
συντριβές ριζώνει στρογγυλοκάθεται όπου ενδημούν
φλέβες φιλιά πληγές ανοικτές ρωγμές αδιόρατες φθορές
φθαρτών ζωές
ζώντων με το έτσι θέλω
κρατά το άρωμά της καιρό
αφού έχει μαραθεί δεν
μιλάει σχεδόν ποτέ
σε κανέναν σπάνια μόνο

γελάει δυνατά
με ένα γέλιο σαρδόνιο
εγγαστρίμυθο
τρομακτικό

μέσα από σφραγισμένα στόματα
μέσα από σώματα τάφους



*

Acharavi*

Ich gehöre zur Gattung der Lippenblütler meine Mutter

riecht nach Erde in ihrem Mund

blüht Rosmarin Minzestengel
hindern sie daran zu sprechen daher
bleibt sie stumm
in den Sommern fasse ich ihre Haare ziehe sie glatt
sie sind breitblättrig
an den Fingern bleibt der Duft
von Basilikum sie hat
einen unerklärbaren Kummer seit Jahren
ich hielt das für eine aristokratische Eigenart
von Adligen
von Königen
dass man gezwungen wird sie zu berühren an ihnen zu riechen
später habe ich gelernt
dass Kummer kein königliches Privileg ist
kein Protokoll dafür geschrieben wird
er den Schein wahrt
keine Unterschiede macht
kein vererbtes Recht ist
es ist eine Pflanze für Innenräume
die Atemzüge befruchtet Photosynthese betreibt
mit Niedergeschlagenheit wurzelt und sich hemmungslos breitmacht
wie es ihr gefällt
wo Adern Κüsse offene unsichtbare Risse leben
die Leben sterblicher
Lebender ihr Geruch hält lange an
nachdem sie verblüht ist
sie spricht seitdem nur ganz selten einmal
mit jemandem

sie lacht laut
mit dem hämischen
erschreckenden Lachen
eines Bauchredners

aus versiegelten Mündern
mitten aus Körpern die wie Gräber sind.
_____________
* Αχαράβη: χωριό στην Κέρκυρα / Acharavi ist ein Dorf auf der Insel Korfu.

`

**

Γυναίκες με ψυχή κήπου

Υπάρχουν γυναίκες με ψυχή κήπου
ανθίζουν, μαραίνονται, φυλλορροούν, αιμορραγούν,
αναπαράγονται
με κιρκαδική ροή, με αυτιστική πλήξη
μέχρι να σβήσουν οριστικά ως
τον αφανισμό τους

κι αν τις ρωτήσεις το ίδιο θα έκαναν από την αρχή
οι γυναίκες με ψυχή κήπου
θα πρόσφεραν τον εαυτό τους γύρη τροφή στα
λεπιδόπτερα
να γέρνουν ξένοι πάνω τους να γεύονται γεννήτορες να
γεννούν να γίνονται εραστές ξενιστές
της καταστροφής τους

έτσι περιμένουν καρτερικά χωρίς ποτέ να παραπονεθούν
αγκιστρωμένες στη ζωή
ρίζες τραχιές
οι γυναίκες με την ψυχή κήπου

ζουν για τη θαυμαστική στιγμή που τα χρώματα
προσπερνούν
που τα φτερά ξεδιπλώνονται
και η λεπίδα του πόθου επικρέμεται
κοφτερή,
δαμόκλειος των εραστών η αποδημία

*

Frauen mit Gartenseele

Es gibt Frauen mit der Seele eines Gartens
sie blühen welken, werfen die Blätter ab sie bluten
sie vermehren sich i
in circadianem Rhythmus in autistischer Langeweile
bis sie endgültig verlöschen
nach ihrem Verschwinden

Und wenn man sie fragen würde sie hätten von Anfang an dasselbe getan
die Frauen mit den Gartenseelen
sie hätten sich selbst wie Pollen als Futter
den Schmetterlingen angeboten
damit die sie besuchen sich zu ihnen neigen sie genießen sie
befruchten Liebhaber werden Wirtstiere
ihrer Vernichtung

so halten sie geduldig aus ohne sich je zu beklagen
festgeklammert ans Leben
wie raue Wurzeln
die Frauen mit der Seele eines Gartens

sie leben für den wunderbaren Moment
in dem die Farben an ihnen vorübergehen
in dem sich die Flügel ausbreiten
und die scharfe Klinge des Verlangens hängt
über ihnen als ein Damoklesschwert,
die Trennung von den Geliebten

`

**

Default

Ήταν αβάσταχτη η νύχτα μέσα στα χέρια σου
ασήκωτη η μνήμη
δάνειζε τα δέντρα της στα πουλιά
κι είχαμε μείνει χωρίς δάχτυλα
τόσο πολύ μπήκαμε μέσα ο ένας στον άλλο βαθιά
ώσπου στο τέλος δεν έμεινε τίποτα
από μας στο δωμάτιο
άρχισε η θλίψη τότε να γεννάει παράθυρα
χιλιάδες παράθυρα αναρίθμητα
ασταμάτητα άνοιγαν
στο φως που έμοιαζε ανίκητο
τόσο που πλήγιασε η ψυχή μου

Δοκίμασα
Την αλλαγή (ALT )
Toν έλεγχο (Ctrl )
Τη διαγραφή (DEL )

Μάταια

Τα συναισθήματα πληθωρίστηκαν
Κράσαρε το λογισμικό

Τελευταία δοκίμασα τη διαγραφή (ESC)
όμως τα νομίσματά μου
σπαταλήθηκαν άδικα
και οριστικά

Χρεοκοπία (Default)

*
Default

Unerträglich war die Nacht in deinen Händen
bleischwer die Erinnerung
die lieh ihre Bäume den Vögeln
und wir standen da ohne Finger
so tief drangen wir einer in den anderen ein
dass am Ende nichts blieb
von uns in dem Zimmer
dann fing die Traurigkeit an Fenster zu gebären
tausende Fenster unzählige
öffneten sich unaufhörlich
dem Licht das unbesiegbar schien
so sehr dass meine Seele wund wurde

Ich versuchte:
Ändern (ALT)
Kontrollieren (Ctrl )
Löschen (DEL)

Vergeblich

Die Gefühle nahmen überhand
Das Programm stürzte ab
Zuletzt versuchte ich die Flucht (ESC)
aber meine Münzen waren verschwendet für nichts
und unwiderruflich

Bankrott (Default)

`

**

Τerrarium (Το πείραμα του Ward).

Υπάρχουν φυτά που ζούνε σαν ψάρια
Ψάρια που ζούνε σαν φυτά
Άνθρωποι με φτερά, άνθρωποι με βράγχια
Άνθρωποι με φύλλα, με αγκάθια
Ανθίζουν, μαραίνονται, πολλαπλασιάζονται
στοιβάζονται, συστεγάζονται σε τερράρια
ακουάρια, γραφεία, στριμώχνονται
σε γυάλινα δωμάτια
μνημεία μοιάζουν θερμοκήπια
μέσα σε τραμ, μετρό, λεωφορεία
το οξυγόνο τους λιγοστεύει
η ανάσα σώνεται
το φως τους τελειώνει

Αιώνες κοιτάζουν πίσω από τα τζάμια μαραίνονται
οι μέρες στις κιβωτιόσχημες
προθήκες που ασφυκτιούν
δαγκώνοντας έρωτες, τυμβωρύχοι του ερέβους,
σπρώχνονται βίαια
με δόντια, με ράμφη
προϊστορικά θηρία στο μουσείο
της λήθης τους σκάβουν το χώμα με λύσσα
τη μοίρα τους έρποντας
όνειρα ξύνουνε μύχια με νύχια
τον τάφο τους

πόθοι σουγιάδες, λέξεις καρφιά,

Δεν βρίσκουν βυθό

*

Terrarium ( Das Experiment von Ward )

Pflanzen gibt es die leben wie Fische
Fische die leben wie Pflanzen
Menschen mit Flügeln, Menschen mit Kiemen
Menschen mit Blättern, mit Dornen
Sie blühen, welken, vermehren sich
bilden Haufen, wohnen unter einem Dach in Terrarien
Aquarien, Büros, drängen sich
in gläsernen Zimmern
in Baudenkmälern die sehen aus wie Treibhäuser
in den Straßenbahnen, der Metro, den Bussen
der Sauerstoff geht ihnen aus
ihr Atem schwindet
ihr Licht verlischt

Jahrhundertelang schauen sie von innen durch die Scheiben welken
die Tage in den kistenförmigen
Schaufenstern in denen sie keine Luft bekommen
an Liebschaften kauen, Grabräuber der Finsternis,
stoßen sie einander heftig
mit Zähnen, mit Schnäbeln
prähistorische Wildtiere im Museum
wühlen sie in der Erde ihres Vergessens voller Wut
kriechen sie ihr Schicksal
scharren am Inneren ihrer Träume mit den Nägeln
ihr Grab

Begierden wie Klappmesser, Wörter wie Nägel

Nie stoßen sie auf Grund

`

**

24.00 pm (Post mortem)

Αυτή τη σκάλα στο αίμα σου την κατέβηκα με όλες μου τις φλέβες
Νύχτα πιάστηκα από την κουπαστή όπως ο πνιγμένος
απ΄ τα μαλλιά του

Το ήξερα. Δεν οδηγούσε πουθενά

Υπάρχουν σκάλες που οδηγούν σε ταράτσες και σκάλες που
οδηγούν σε γκρεμούς και σκάλες - καράβια σε βυθούς που
σιωπηλά κατεβαίνουν

Έτσι κύλησα αργά και ανάλαφρη σαν μια μικρή βόλτα
στην εξοχή
χέρια δε με άγγιξαν

Υπάρχουν χέρια κουπιά και χέρια κατάρτια και χέρια ρίζες μανδραγόρα,
σκάβουνε μέσα σου, σε ρημάζουν, θηλιές σε σέρνουνε στα έγκατα ως μέσα
βαθιά στο χαμό τους

Στιγμή δεν φοβήθηκα

Σκέφτηκα τα δόντια του νερού
Πώς αρπάει τα λουλούδια στον τάφο του
Γλυκά, απαλά, αθόρυβα,

Την άγρια της πείνας του χαρά

Υπάρχουν λουλούδια της βάπτισης και λουλούδια του θανάτου,
και υπάρχουν λουλούδια της Ανάστασης
κι ένας καιρός για όλα

Εκεί στο σκοτάδι θυμήθηκα

Έχει η νύχτα τον δικό της ήλιο
Έχει ο βυθός τον δικό του ουρανό

*

24.00 Uhr (Post mortem)

Diese Treppe in deinem Blut bin ich hinabgestiegen mit allen meinen Adern
Habe mich nachts an der Reling festgehalten wie der Ertrunkene
an seinen Haaren

Ich habe es gewusst. Es führte nirgendwohin

Es gibt Treppen die führen auf Dachterrassen und Treppen die
führen in Abgründe und Treppen — Schiffe in der Tiefe die
still hinabgehen

So rollte ich langsam und federleicht hinab wie ein Spaziergang
aufs Land
Hände haben mich nicht angerührt

Es gibt Hände wie Ruder und Hände wie Masten und Hände wie Alraunenwurzeln,
die graben in dir, verwüsten dich, wie Schlingen
schleifen sie dich ins Innere bis tief in ihre Verlorenheit

Ich hatte nicht einen Moment Angst

Ich dachte an die Zähne des Wassers
Wie es die Blumen wegschnappt an seinem Grab
Süß und sanft und still
An die wilde Freude seines Hungers

Es gibt Taufblumen und Totenblumen,
und es gibt Blumen der Auferstehung
und es gibt eine Zeit für alle

Dort in der Dunkelheit erinnerte ich mich

Die Nacht hat ihre eigene Sonne
Die Tiefe hat ihren eigenen Himmel

`

**

Είκοσι επτά ιστορίες φαντασμάτων

Όσο αδειάζει τόσο μεγαλύτερο γίνεται το δωμάτιο
οι αγαπημένοι φεύγουν
κρατούν την ψυχή τους αναμμένο κερί
στην παλάμη τους
τη φρόντισαν τη βάσταξαν όπως μπόρεσαν
κίτρινο λουλούδι μαλακό στο ρέοντα κόσμο
σε καιρούς αγονίας
πλημμυρών

ανάχωμα

τώρα περιμένουν καρτερικά
τον μεγάλο κατακλυσμό
το ξερίζωμα
κι σειρά όλο μικραίνει
οι σκιές εγκαθίστανται
το σκοτάδι όλο κερδίζει

Ο τελευταίος θα διηγηθεί την πιο παράξενη ιστορία

θα πει για τα παιδιά που τα βρήκε η νύχτα
να παίζουν ξυπόλητα
στους ασπάλαθους
για τις φωνές και τα γέλια τους
που αντηχούσαν δυνατά
μες στους κήπους
θα την αφηγηθεί με φωνή στεντόρεια καθαρή
σα να΄ναι αυτή η πρώτη ιστορία του κόσμου
η ομορφότερη
κι ας ξέρει πως δεν έχει μείνει πια να την ακούσει κανείς

ύστερα θα κλείσει την πόρτα πίσω του
απαλά παίρνοντας μαζί
και το φως του

**

Siebenundzwanzig Gespenstergeschichten

Je mehr es sich leert desto größer wird das Zimmer
die Geliebten verlassen es
tragen ihre Seele wie eine brennende Kerze
auf der flachen Hand
sie haben sich um sie gekümmert
haben sie gehalten so sorgfältig sie konnten
eine gelbe Blume weich in der fließenden Welt
in Zeiten von Unfruchtbarkeit
und Überschwemmungen

ein Damm

jetzt warten sie geduldig
auf die große Sintflut
auf die Entwurzelung
und die Reihe wird immer kleiner
die Schatten nisten sich ein
das Dunkel gewinnt immer

Der letzte wird die seltsamste Geschichte erzählen

er wird sprechen von den Kindern die von der Nacht überrascht wurden
als sie barfuß spielten
in den Ginsterbüschen
von ihren Stimmen und ihrem Lachen
die kräftig widerhallten
in den Gärten
das wird er berichten mit reiner und hoher Stimme
so als wäre es die erste Geschichte der Welt
oder die schönste
auch wenn er weiß dass niemand mehr da ist um sie zu hören

dann wird er sachte die Tür hinter sich schließen
und dabei auch sein Licht
mit sich nehmen

`

************************************************************

Η Ελένη Γαλάνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στην Αθήνα, στο Παρίσι και στη Βαρκελώνη. Στις μεταπτυχιακές της σπουδές εξειδικεύτηκε στη μουσειολογία. Έχει εργαστεί σε μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2013 ζει στην Φρανκφούρτη.

*

Eleni Galani wurde 1976 in Athen geboren. Sie studierte Archäologie und Kunstgeschichte in Athen, Paris und Barcelona. Nach Abschluss ihres Studiums spezialisierte sie sich auf die Museologie. Sie hat in Museen und Galerien in- und außerhalb Griechenlands gearbeitet und lebt seit 2013 in Fankfurt/M.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

`
Ο ΕΝΑΣ, Ο ΑΛΛΟΣ
(EL OTRO, EL MISMO)
ΑΓΡΥΠΝΙΑ (INSOMNIO)
Από ατσάλι,
από τανυσμένες βέργες ατόφιου ατσαλιού
γίνηκε η νύχτα
για να μη τη σχίζουν
και τη ξεχώνουν
τα μύρια πράματα
πού τα μάτια μου αποκαμωμένα
έχουνε δει
τα απαίσια πράματα
πού ανυπόφορα
τα φωλιάζουν.
Το κορμί μου απόκαμε τις νόρμες,
τους πυρετούς, τα φώτα:
στα βαγόνια
ενός μεγάλου σιδηρόδρομου
μέσα σ’ ένα τσιμπούσι
ανθρώπων πού αλληλομισούνται
σ’ ένα νήμα τραχύ
των προαστίων
σε μια αγροικία θαλπωρή
νοτισμένων αγαλμάτων
στη νύχτα τη παραφουσκωμένη
πού αφθονούν το άλογο
και ο άνθρωπος.
Το σύμπαν τούτης της νύχτας
έχει την απλοχωριά της λησμονιάς
και το αλφάδι του πυρετού.
Του κάκου πόθησα
ν’ απαλλαγώ
απ’ το σώμα μου
και από την έξαψη καθρέφτη
πού το αγαλλιάζει
και το κοντοζυγώνει
και του σπιτιού πού
αυγαταίνει τους εξώστες του
και του κόσμου πού φτάνει
ίσαμε στα δρομάκια
ενός ρημαγμένου φτωχομαχαλά
ξεθυμασμένου αέρα
και λασπουριάς.
Μάταια περιμένω
τα ξεφτίδια και τα σύμβολα
πριν αρχίσει το όνειρο.
Ακολουθεί η παγκόσμια ιστορία:
οι σχοινοτενείς διαδρομές τού θανάτου
στις ξεχαρβαλωμένες οδοντοστοιχίες
η κυκλοφορία του αίματος μου
και των πλανητών.
(Μίσησα το γλυφό νερό
της γούβας,
αηδίασα το δείλι
το τραγούδι του παπαγάλου.)
Τα ατέλειωτα αποκαμωμένα μίλια
του νότιου προαστίου,
τα μίλια πάμπας
βρωμερής και πρόστυχης,
μίλια ξεράσματος
να σβηστούν θέλουν από τη μνήμη.
Ποντισμένα μποστάνια,
αποφάγια στο σωρό
σαν σκύλοι,
βαλτόνερα στο ασημί
πού βρωμοκοπάνε:
Είμαι ο απαίσιος φύλακας
τούτων των ακίνητων σκηνικών.
Σύρματα, αναχώματα,
ρόλοι νεκρωμένοι,
υπολείμματα του Buenos Aires.
Πιστεύω ετούτη τη νύχτα
στην τρομερή αθανασία:
κανένας άντρας
δεν πέθανε μέσα στον χρόνο,
καμιά γυναίκα,
κανένας νεκρός,
γιατί αυτή πραγματικότητα
η αδήριτη
του σίδερου και της λάσπης
ξεπερνάει
την αδιαφορία αυτών πού είναι
κοιμισμένοι ή νεκροί
- ακόμα κι’ αν κρύβονται
μέσα στον βόρβορο και στους αιώνες -
και τους καταδικάζει
σε αγρύπνια στοιχειωμένη.
Τραχιά σύννεφα,
χρώμα της διαύγειας κρασιού
θα ατιμάσουν τον ουρανό.
θα ξημερώσει
στα βλέφαρα μου
τα σφιχτοκλεισμένα.
`
*
` EDGAR ALLAN POE
Λαμπρότητα μαρμάρινη, μαύρη ανατομία
πού τη βεβήλωναν τα σκουλήκια του τάφου,
του θριάμβου τού θανάτου
τα ψυχρά σύμβολα μάζεψε.
Δεν τα φοβήθηκε.
Φοβήθηκε την άλλη σκιά, του έρωτα,
τη τρέχουσα ευωχία των περισσότερων.
Δεν τον τύφλωσε
το αστραφτερό το μέταλλο
ούτε το επιτάφιο μάρμαρο
μόνο το τριαντάφυλλο.
Σαν από τη πίσω μεριά του καθρέφτη
μοναχικός παραδομένος
στη μοίρα του την μεστή
τού να σκαρώνει εφιάλτες.
Ίσως από την πίσω πλευρά
του θανάτου,
να συνεχίζει να στήνει
μοναχικός και αλύγιστος
εξαίσια και αποκρουστικά
θάματα.

*
Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ
Την αυγή τετράποδο, στητός την ημέρα
και με τρία πόδια σεργιανίζοντας
στις έρημες απλωσιές
του βραδινού,
έτσι εθώριασε η αιώνια σφίγγα
τον παραλλαγμένο αδελφό της,
τον άντρα,
και το βράδυ ήρθε κάποιος
πού έλυσε τον γρίφο,
ενεός της εικόνας της φριχτής
στον καθρέφτη,
της ανάκλασης της παρακμής
και της μοίρας του.
Είμαστε Οιδίποδες
και μ’ ένα τρόπο αναλλοίωτο
το μεγάλο
και τρισυπόστατο τέρας,
ό,τι θα γίνουμε
και ό,τι γινήκαμε.
Η όψη
της μορφής της άφατης
του Είναι μας
θα μας είχε συντρίψει.
το έλεος του Θεού
μας χάρισε τη μετάβαση
και τη λησμονιά.
`
*
ΟΡΙΑ
(LIMITES)
Από τούτους τους δρόμους
πού μπλαβίζουνε το δείλι
ένας θα είναι (δεν ξέρω ποιος)
πού θα τον έχω κιόλας διαβεί
στερνή φορά,
αδιάφορος και ανυποψίαστος,
παραδομένος.
Σ’ αυτόν πού ορίζει άτεγκτες νόρμες
κι’ ένα κρυφό και άκαμπτο ζύγι
για τις σκιές, τα όνειρα
και τις μορφές
πού κεντάνε το υφάδι
τούτης της ζωής.
Αν για όλα υπάρχει όριο
και μέτρο
και ύστατη φορά
και το όχι πλέον
και λησμοσύνη
ποιος θα μας πει, ποιόν,
σ’ αυτό το σπίτι
αποχαιρετίσαμε
χωρίς να το ξέρουμε;
Απ’ το μαβί το παράθυρο
η νύχτα σέρνεται
κι από το σωρό τα βιβλία
πού μια κολοβωμένη σκιά
απλώνεται στο θαμπό
το τραπέζι,
θα βρίσκεται κάποιο
πού ποτέ δε θα διαβάσουμε.
Υπάρχουνε στο νότο
κάτι παραπάνω
από αυλόπορτες
ξεχαρβαλωμένες
με τις χτισμένες υδρίες
και τους χλωρούς κάκτους
πού το έμπα
μού κλείνουν
σαν να’ τανε λιθογραφίες.
Μια πόρτα τη σφάλισες
για πάντα
κι’ ένας καθρέφτης
μάταια σε περιμένει..
το σταυροδρόμι
σού φαίνεται ορθάνοιχτο
μα το βιγλίζει,
τετραπρόσωπος, Ιανός.
Σε όλες σου τις μνήμες
υπάρχει μια
πού ανεπίστρεπτα χάθηκε…
δεν θα σε δούνε
σ’ αυτή την κρήνη
να γέρνεις
ούτε ο ήλιος ο λευκός
ούτε το κίτρινο φεγγάρι.
Δε θα ξαναπιάσει το στόμα σου
αυτό πού είπε ο πέρσης
στη γλώσσα του
από πουλιά και τριαντάφυλλα
όταν το σούρουπο,
πριν το λίγνεμα του ήλιου,
θελήσεις να πείς
πράγματα αλησμόνητα.
Και ο ασταμάτητος Ροδανός
και η λίμνη,
όλο τούτο το χθεσινό
στο ποιό απόψε σκύβω;
Το ίδιο χαμένα θα’ ναι
όπως η Καρχηδόνα
πού οι λατίνοι τη ξέκαναν
με φωτιά κι’ αλάτι.
Την αυγή ψυχανεμίζομαι
το ανακατωμένο σούσουρο
του πλήθους πού αλαργεύει…
είναι αυτοί πού με πόθησαν,
κι’ αυτοί πού με ξέχασαν..
χώρος και χρόνος
κι’ ο Μπόρχες
κιόλας με αφήνουν.
`
*
ΟΙΣΤΡΟΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΫΡΕΣ
(FERVOR DE BUENOS AYRES)
ΔΡΟΜΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ
(CALLE DESCONOCIDA)
Σούρουπο του περιστεριού
λέγανε οι εβραίοι
το ξάνοιγμα του απόβραδου
όταν η σκιά δεν κοντοστέκει τα βήματα
κι ο ερχομός της νύχτας
ζυγώνει σαν καλοδεχούμενη
παλιά μουσική,
σαν ένα ανάλαφρο ξεθώριασμα.
Αυτή την ώρα πού το φως
σαν αμμόσκονη λιχνίζεται,
σαν βρήκα
ένα δρόμο ξεχασμένο
πού στην απλωσιά βγάζει
τη διακριτική εξώστη,
κι αυτουνού οι κορνίζες
και οι τοίχοι
δείχνανε τα χρώματα απαλά
σαν ο ίδιος ο ουρανός
να κινούσε το φόντο.
Όλα – η ρηχότητα των σπιτιών,
τα ταπεινά παραπέτα
και τα ρόπτρα,
κάποτε μια κοριτσίστικη προσμονή
από τα μπαλκόνια
έμπαιναν στο άδειο μου το είναι
καθάρια σαν το δάκρυ.
Ίσως τούτο το ασημένιο απόβραδο
να χάριζε την γλύκα του
στο δρόμο
κάνοντας τον
τόσο πραγματικό
σαν ένα στίχο ξεχασμένο
πού ξαναβρήκαμε.
Μόνο τότε συλλογίστηκα
ότι κείνος ο δρόμος
του βραδινού
ήταν αλλόκοτος,
ότι κάθε σπίτι
είναι ένα καντελάμπρο
πού λιώνουν οι ζωές των ανθρώπων
σαν κεριά μοναχικά,
κι’ όπου κάθε βήμα μας αυθόρμητο
δρασκελίζει
πάνω σε Γολγοθάδες.
`
*
Ο ΝΟΤΟΣ
(EL SUR)
Από ένα απ’ τους εξώστες σου
έχοντας δει τα αρχέγονα άστρα,
από τον πάγκο της σκιάς
δει
κείνα τα σκόρπια φώτα
πού η άγνοια μου
δεν ήξερε να ονοματίσει
ούτε να κατατάξει
σε αστερισμούς,
έχοντας ακούσει
το κύλισμα του νερού
στη στέρνα τη κρυφή,
το άρωμα από γιασεμί
και αγιόκλημα,
τη σιωπή
του κοιμισμένου παπαγάλου,
την αψίδα της στοάς,
το νότισμα
- τούτα τα πράματα, ίσως,
είναι το ποίημα.
`
*
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ
(LAS CALLES)
Οι δρόμοι του Μπουένος Αϊρες
είναι να η ψυχή μου.
Όχι οι αδηφάγοι δρόμοι,
οι αγχωτικοί
του πλήθους και της βιασύνης,
αλλά οι δρόμοι οι αδέσποτοι
των συνοικιών
σχεδόν αόρατοι
από τους συνηθισμένους
μαυλισμένοι από τις σκιές
και το ηλιοβασίλεμα
κι’ εκείνοι πιο μακριά
απρόσιτοι στα
δέντρα τα τακτοποιημένα
εκεί πού τα χαμόσπιτα
μόλις ξεμυτούν,
θαμμένα
μέσα στις ατέλειωτες αποστάσεις,
πού να χάνονται
στο βαθύ πεδίο
του ουρανού και της πεδιάδας.
Είναι για τον μοναχικό
μια υπόσχεση
γιατί χιλιάδες ψυχές ξέχωρες
τα κατοικούν,
μοναδικές μπροστά στον Θεό
και τον χρόνο
και χωρίς κουβέντα πολύτιμες.
Ίσαμε την ανατολή, το βορρά και το νότο
έχουν εξαπλωθεί
- κι’ είναι πάλι η πατρίδα –
οι δρόμοι.
Μακάρι στους στίχους πού σκαρώθηκαν
να’ ναι αυτοί τα λάβαρα.
`
*
Η ΡΕΚΟΛΕΤΑ
(LA RECOLETA)
Πεισιθάνατοι των γηρατειών
από τις τόσες λεπτές
βεβαιότητες της σκόνης,
σουρθήκαμε
και σβήσαμε τη φωνή μας
ανάμεσα στις ήπιες στήλες
των μαυσωλείων,
πού η ρητορική τους της σκιάς
και του μάρμαρου
υπόσχεται ή προϊδεάζει
την ποθητή αξιοπρέπεια
του να είσαι νεκρός.
Είναι ωραίοι οι τάφοι,
τα λιτά λατινικά
και οι επιτύμβιες χρονολογίες,
η συμπλοκή του μάρμαρου
και των λουλουδιών
και οι περίβολοι
με την φρεσκάδα των εξωστών
και τα πολλά χθες
μιας ιστορίας
στο σήμερα
καθηλωμένης και μοναδικής.
Μπερδεύουμε αυτή τη γαλήνη
με το θάνατο
και θαρρούμε πως αποζητούμε
το θάνατο μας
όταν αποζητούμε το όνειρο
και τη λησμονιά.
Ασπαίρουσα στο σπαθί και το πάθος
κι’ αποκοιμισμένη στον κισσό,
μόνο η ζωή υπάρχει.
Ο χώρος και ο χρόνος
είναι μορφές της,
όργανα μαγικά της ψυχής
κι’ όταν αυτή μαραίνεται,
φυλλοροούν μαζί της
ο χώρος, ο χρόνος και ο θάνατος,
όπως όταν λιγνεύει το φως
λιγνεύει η μορφή στους καθρέφτες
πού ήδη έσβηνε με το σούρουπο.
Ευγενική σκιά των δέντρων,
αύρα με πουλιά
πού στα κλαδιά λικνίζεται,
ψυχή πού σε άλλες ψυχές
σκορπίζεται,
θα ήτανε θαύμα
αν κάποτε
έπαυαν να υπάρχουν,
ασύλληπτο θαύμα,
όσο κι’ αν
η φαντασιακή του αναδρομή
στιγματίζει με τρόμο
τις μέρες μας.
Αυτά σκεφτόμουνα στην
Ρεκολέτα
στον τόπο της τέφρας μου.
`
*
ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΣΑΝ ΜΑΡΤΙΝ
(EL CUADERNO SAN MARTIN)
ΘΑΝΑΤΟΙ ΤΟΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ
(MUERTES DE BUENOS AIRES)
I
Η ΤΣΑΚΑΡΙΤΑ
(LA CHACARITA)
Είναι γιατί τα σπλάχνα
του κοιμητηρίου του νότου
χόρτασαν απ’ τον κίτρινο πυρετό
όσο να πεις φτάνει.
Είναι γιατί μαχαλάδες φτωχόσπιτα
ξαπόστελναν θάνατο
στο μέτωπο του Μπουένος Αϊρες
και γιατί το Μπουένος Αϊρες
να βλέπει δεν μπορούσε
τούτο το θανατικό,
με φτυάρια σε ανοίξανε
στο παραγκωνισμένο ακρινό
της δύσης,
πίσω από τις αμμοθύελλες
και τη παχιά αδούλευτη λάσπη
πού ’κανε για τους ζωολάτες.
Εκεί παραπάνω τίποτες
από τον κόσμο
και τα ειωθότα
των άστρων
πάνω από τα αγροτόσπιτα,
και το τραίνο ξεκίναγε
από ένα υπόστεγο στο Bermejo
με τους λησμονημένους
του θανάτου:
νεκροί με άγρια γένια
και μάτια ορθάνοιχτα
νεκρές με ρικνή τη σάρκα
και δίχως μαγεία.
Οι μαγγανείες της θνητότητας –
κηλιδωμένη όπως οι άνθρωποι
στα γεννητούρια τους –
συνεχίζουν να ποτίζουν τις ρίζες σου
κι’ έτσι στοιχίζεις την καζάρμα
των ψυχών
το κρυφό σου ασκέρι
των οστών
πού πέφτουν στο βάθος
της νύχτας σου της ρημαγμένης
το ίδιο όπως
στα βάθη της θάλασσας.
Μια βλάστηση τραχιά
εξοβελισμένων λειψάνων
κρατάει αγάντα
απέναντι στους ατέλειωτους
τοίχους σου
στον χαμό εξοικειωμένους,
και οι πεισιθάνατοι μαχαλάδες
στραγγίζουν
τον φλογερό βίο τους
στα πόδια σου
σε δρόμους διάτρητους
στις μικρές ριπές λάσπης
ή πλαντάζουν με την νωχέλεια
των μπαντονεόν
ή με το σουράβλισμα των
καρναβαλικών κέρατων.
(Το πρόσταγμα της μοίρας
τώρα παρά ποτέ
πού μέσα μου κρατάει
το άκουσα τούτη τη νύχτα
στη δική σου νύχτα
όταν η κιθάρα στα δάχτυλα
του μόρτη
έλεγε το ίδιο με τις λέξεις,
πού λέγανε:
ο θάνατος είναι ζωή
αναλωμένη,
η ζωή είναι θάνατος
στο κατόπι.
Η ζωή τίποτες άλλο
δεν είναι
παρά θάνατος
πού πορεύεται φωταγωγός.)
Παρωδία νεκροταφείου,
η Quema
συνάζει θάνατο αυθάδικο
στα πόδια σου.
Αναλώνουμε και μολύνουμε
την πραγματικότητα:
210 νεκράμαξες
ατιμάζουν τα πρωϊνά
φέρνοντας σ’ αυτή
την καπνισμένη νεκρόπολη
πράγματα καθημερινά
πού με το θάνατο
έχουμε μπολιάσει.
Αλλόκοτοι ξύλινοι τρούλοι
και σταυροί σηκωμένοι ψηλά
περιδιαβαίνουν
τους δρόμους σου –
μαύρα πιόνια
ενός ύστατου ζατρικίου –
κι’ η κακοφορμισμένη τους
μεγαλοπρέπεια
σκεπάζει την αισχύνη
των θανάτων μας.
Στις τακτοποιημένες σου
μεριές
ο θάνατος είναι άχρωμος,
άδειος κι’ αριθμητικός.
καταπέφτει σε επετείους
και ονόματα,
σε θανάτους των λέξεων.
Η Τσακαρίτα:
αποχέτευση τούτης της πατρίδας
του Μπουένος Αϊρες,
τελευταίος σταθμός,
συνοικία κορακοζώϊτη
πού στοιχειώνεσαι
ανάμεσα στις άλλες,
λαζαρέτο τούτου του θανάτου
κι’ όχι της άλλης ζωής,
έχω ακούσει τα λόγια σου
τα γεροτραυλισμένα
και τέτοια δεν τα πιστεύω,
’τί η ίδια σου η μέθεξη
της οδύνης
είναι πράξη ζωής
και γιατί η πλησμονή
ενός μόνο τριαντάφυλλου
είναι πάνω απ’ όλα σου
τα μάρμαρα.
`
*
ΙΙ
Η ΡΕΚΟΛΕΤΑ
(LA RECOLETA)
Εδώ είναι σχολαστικός ο θάνατος,
εδώ είναι ο θάνατος τού λιμανιού
ο γαληνεμένος,
ομογάλακτος στο φως το ανθεκτικό
και ζήδωρο του αίθριου
του Socorro
και της στάχτης της κοσκινισμένης
των καύσεων
και της λεπτής γλύκας του γάλακτος
των γενεθλίων
και των ριζωμένων δυναστειών
των patios.
Της ταιριάζουν
τούτες οι παλιές ηδύτητες
κι’ οι παλιές
τυπικότητες επίσης.
Η κορωνίδα σου
είναι η στοά η αξιοπρεπής
κι’ η άδολη γενναιοδωρία
του δέντρου
και το τιτίβισμα των πουλιών
πού νευματίζουν,
δίχως να το ξέρουν,
στο θάνατο
και ο παλμός των ταμπούρλων,
πού φουσκώνει το στέρνο,
στις στρατιωτικές παρελάσεις.
Η πλάτη σου
τα αφανή χαμόσπιτα του βορρά
και το τοιχίο των εκτελέσεων
της Rosas.
Σε αποσύνθεση αναδύεται
πίσω από τα μαρμάρινα
καλλιτεχνήματα
το ανεπέρειστο έθνος των νεκρών
πού στα σκοτάδια σου
αλλοιώνεται το ανθρώπινο
από τότε πού
η Μαρία ντε λος Ντολόρες Μασιέλ
θυγατέρα της Ουρουγουάης
- φύτρο τού κήπου σου για
τον ουρανό-
κοιμήθηκε, μικρή δα υπόθεση,
στις ερημιές σου.
Κι’ όμως στη σκέψη
θέλω να σταθώ
των λουλουδιών των ανέμελων
πού είναι η ιεροπρεπής σου
νεκρολογία
- κίτρινη λάσπη
κάτω από τις ακακίες
των παρυφών σου,
άνθη πού προσφέρθηκαν
εις ανάμνηση στα μαυσωλεία σου –
και στο γιατί της εξαίσιας
και χαυνωμένης ύπαρξης τους
δίπλα στα λείψανα
τα τρομερά
εκείνων πού αγαπάμε.
Το αίνιγμα διατύπωσα
και τη λύση του συνάμα
θα πω:
για πάντα τα λουλούδια
στο θάνατο παραστέκουν,
γιατί όλοι ασυνείδητα ξέρουμε
ότι η ύπαρξη τους
η ανάλαφρη και υπναλέα
είναι το καλύτερο
πού να συνοδέψει μπορεί
αυτούς πού πέθαναν
χωρίς να τούς πληγώσει
με την οίηση τού ζώντος,
χωρίς να είναι
περισσότερο ζωή
απ’ αυτούς.
`
*****************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο μεγάλος της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, ο ευγενικής καταγωγής ντιλετάντης της αγγλοσαξονικής γραμματείας, ανάμεσα σε άλλα, είναι μεταφρασμένος ως ένα (όχι ασήμαντο) βαθμό στα ελληνικά έχοντας βασικά υπόψη καθόσον αφορά το ποιητικό μέρος την δουλειά του Δημ. Καλοκύρη: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006 και εν συνεχεία με τον ίδιο τίτλο Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2014.
Τα ποιήματα πού μετέφρασα από το πρωτότυπο από τον τόμο JORGE LUIS BORGES OBRAS COMPLETAS (1923-1972) είναι απ’ όσο γνωρίζω όλα, πλην ενός, αμετάφραστα. Ανήκουν στις ενότητες κατά σειρά El Οtro, El Μismo (Ο Ένας, ο Άλλος), El Fervor de Buenos Aires (Ο Οίστρος του Μπουένος Αϊρες), El Cuaderno San Martin (Το Τετράδιο Σαν Μαρτίν).
Πρέπει να τονισθεί εδώ ότι όπως είναι λογικό ο Μπόρχες χρησιμοποιεί τοπωνύμια χαρακτηριστικά της γενέτειρας του, του Μπουένος Αϊρες, π.χ. ονόματα συνοικισμών, προαστίων, κοιμητηρίων, ακόμη χρησιμοποιεί τα σημεία του ορίζοντα βορράς-νότος-ανατολή-δύση σε σχέση με αντίστοιχες αστικές η ημιαστικές ζώνες της μητρόπολης.
Για παράδειγμα, η Τσακαρίτα και η Ρικολέτα είναι τα ονόματα των βασικών κοιμητηρίων του Μπουένος Αϊρες, το πρώτο για τις λαϊκές τάξεις, το δεύτερο για τους αστούς και μεγαλοαστούς, ανάμεσα τους και οι πρόγονοι του Μπόρχες, η Κέμα (Quema) είναι περιοχή πού παλιά ήταν τόπος καύσης σκουπιδιών στα ευρύτερα σύνορα, κλπ.
Επίσης υπάρχουν λέξεις πού αφορούν στοιχεία της λατινοαμερικανικής δόμησης σπιτιών πού δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα τους στην οικεία για μας αρχιτεκτονική των χώρων, όπως τα πάτιος (patios) πού είναι εσωτερικά ανοιχτά αίθρια μεγάλων οικιών η οικοδομημάτων και τα αποδίδω σαν εξώστες ξέροντας ότι δεν αποδίδεται ακριβώς ο πρωτότυπος όρος. Ωστόσο σε μια περίπτωση αφήνω τον πρωτότυπο όρο patio για λόγους ποιητικού μέτρου.
Ο αναγνώστης μπορεί εξ άλλου να χρησιμοποιήσει όπου επιθυμεί τις μεγάλες δυνατότητες πού παρέχουν σχετικά οι ηλεκτρονικές σελίδες αναζήτησης.
`
* Η ανθολόγηση και μετάφραση των ποιημάτων τού Χόρχε Λουίς Μπόρχες έγινε από την έκδοση:
JORGE LUIS BORGES OBRAS COMPLETAS (1923-1972) Emece΄ Editores, Buenos Aires, 1974.
`

Απρίλης 2016, Πάτρα
ποιειν


Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Άνεμος της Παναγίας



«Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!»

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)
http://homouniversalisgr.blogspot.gr/


 Jan Porcellis - Σκάφη σε δυνατό άνεμο, 1630

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ο ΕΝΑΣ, Ο ΑΛΛΟΣ (EL OTRO, EL MISMO) ΑΓΡΥΠΝΙΑ (INSOMNIO)






Από ατσάλι,
από τανυσμένες βέργες ατόφιου ατσαλιού
γίνηκε η νύχτα
για να μη τη σχίζουν
και τη ξεχώνουν
τα μύρια πράματα
πού τα μάτια μου αποκαμωμένα
έχουνε δει
τα απαίσια πράματα
πού ανυπόφορα
τα φωλιάζουν.

Το κορμί μου απόκαμε τις νόρμες,
τους πυρετούς, τα φώτα:
στα βαγόνια
ενός μεγάλου σιδηρόδρομου
μέσα σ’ ένα τσιμπούσι
ανθρώπων πού αλληλομισούνται
σ’ ένα νήμα τραχύ
των προαστίων
σε μια αγροικία θαλπωρή
νοτισμένων αγαλμάτων
στη νύχτα τη παραφουσκωμένη
πού αφθονούν το άλογο
και ο άνθρωπος.

Το σύμπαν τούτης της νύχτας
έχει την απλοχωριά της λησμονιάς
και το αλφάδι του πυρετού.
Του κάκου πόθησα
ν’ απαλλαγώ
απ’ το σώμα μου
και από την έξαψη καθρέφτη
πού το αγαλλιάζει
και το κοντοζυγώνει
και του σπιτιού πού
αυγαταίνει τους εξώστες του
και του κόσμου πού φτάνει
ίσαμε στα δρομάκια
ενός ρημαγμένου φτωχομαχαλά
ξεθυμασμένου αέρα
και λασπουριάς.

Μάταια περιμένω
τα ξεφτίδια και τα σύμβολα
πριν αρχίσει το όνειρο.

Ακολουθεί η παγκόσμια ιστορία:
οι σχοινοτενείς διαδρομές τού θανάτου
στις ξεχαρβαλωμένες οδοντοστοιχίες
η κυκλοφορία του αίματος μου
και των πλανητών.
(Μίσησα το γλυφό νερό
της γούβας,
αηδίασα το δείλι
το τραγούδι του παπαγάλου.)
Τα ατέλειωτα αποκαμωμένα μίλια
του νότιου προαστίου,
τα μίλια πάμπας
βρωμερής και πρόστυχης,
μίλια ξεράσματος
να σβηστούν θέλουν από τη μνήμη.
Ποντισμένα μποστάνια,
αποφάγια στο σωρό
σαν σκύλοι,
βαλτόνερα στο ασημί
πού βρωμοκοπάνε:
Είμαι ο απαίσιος φύλακας
τούτων των ακίνητων σκηνικών.
Σύρματα, αναχώματα,
ρόλοι νεκρωμένοι,
υπολείμματα του Buenos Aires.
Πιστεύω ετούτη τη νύχτα
στην τρομερή αθανασία:
κανένας άντρας
δεν πέθανε μέσα στον χρόνο,
καμιά γυναίκα,
κανένας νεκρός,
γιατί αυτή πραγματικότητα
η αδήριτη
του σίδερου και της λάσπης
ξεπερνάει
την αδιαφορία αυτών πού είναι
κοιμισμένοι ή νεκροί
- ακόμα κι’ αν κρύβονται
μέσα στον βόρβορο και στους αιώνες -
και τους καταδικάζει
σε αγρύπνια στοιχειωμένη.
Τραχιά σύννεφα,
χρώμα της διαύγειας κρασιού
θα ατιμάσουν τον ουρανό.

θα ξημερώσει
στα βλέφαρα μου
τα σφιχτοκλεισμένα.



`

Jorge Luis Borges

: Μεταφραστικό Εργαστήρι, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας
(μετάφραση- Στάθης Λειβαδάς)

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ελεγεία για τον πατέρα μου, που δεν είναι νεκρός "Elegy for my father who is not dead"



Μια μέρα θα σηκώσω το τηλέφωνο
και θα μου πουν ότι ο πατέρας μου είναι νεκρός.
Αυτός είναι έτοιμος.
Μέσα από τη βεβαιότητα της πίστης του, μιλάει
για τον κόσμο πέρα από αυτόν τον κόσμο
λες και η θέση του εκεί έχει ήδη
εξασφαλιστεί. Υποπτεύομαι πως θέλει να φύγει,
αργά αλλά σταθερά - μια νέα επιθυμία
για ταξίδια φουντώνει, μια λαχτάρα
να δει νέους κόσμους. Ή παλαιότερους.
Πιστεύει πως όταν έρθει η ώρα να τον ακολουθήσω
θα με πάρει στην αγκαλιά του και θα γελάσει,
όπως έκανε τη μέρα που έφτασα στον κόσμο.
Δε νομίζω πως έχει δίκιο.
Αυτός είναι έτοιμος. Εγώ όχι. Δεν μπορώ
να πω απλά ένα αντίο χαρούμενα
λες κι αναχωρεί για ένα ταξίδι
που θα κάνει το δικό μου μελλοντικό ταξίδι ασφαλές.
Βλέπω τον εαυτό μου στην προβλήτα, πεπεισμένο
ότι το πλοίο του θα βυθιστεί, ενώ εκείνος ακράδαντα πιστεύει
πως θα τον δω να στέκεται στο κατάστρωμα
και φωνές και νεύματα και Καλώς όρισες.

μετάφραση: Alexandra Sotirakoglou

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

[ΓΡΑΦΩ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ]

















Γράφω επάνω στο δειλινό τραπέζι πατώντας δυνατά τη γραφίδα μου στο στήθος του το σχεδόν ζωντανό, που σαν αναθυμάται το γενέθλιό του δάσος κλαίει και οδύρεται. Το μαύρο μελάνι ανοίγει τα μεγάλα φτερά του. Η λάμπα εκρήγνυται και μανδύας θρυμματισμένων κρυστάλλων καλύπτει τα λόγια μου. Κάποιο θραύσμα ακονισμένο από το φως μού κόβει το δεξί μου χέρι. Συνεχίζω να γράφω με τούτο το απομεινάρι του χεριού μου απ’ όπου εκπορεύονται ίσκιοι. Η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο, ο τοίχος μπροστά μου και απέναντι προτείνει το ρύγχος του, τεράστια δε αέρινα τύμπανα παρεμβάλλονται μεταξύ χαρτιού και γραφίδας. Αχ, και μια μόνο μονοσύλλαβη λέξη θα έφτανε για ν’ ανατινάξει τον κόσμο ολόκληρο. Τούτη τη νύχτα όμως δεν υπάρχει πια χώρος ούτε καν για μια λέξη παραπάνω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Άσμα ερωτικό



Alberto Girri
Άσμα ερωτικό

Εδώ κείμαι με τη σκέψη μου σε σένα:
Η κηλίδα του έρωτα
απλώνεται πάνω απ’ τον κόσμο!
Κίτρινη, κίτρινη, κίτρινη
ροκανίζει τα φύλλα, 
αλείφει με ζαφορά 
τα κερασφόρα κλαδιά που γέρνουν
βαριά
κόντρα σ’ έναν λείο, πορφυρό ουρανό.
Δεν υπάρχει φως,
μόνο μια παχύρευστη κηλίδα μελιού
που σταλάζει από φύλλο σε φύλλο
κι από κλαδί σε κλαδί
θαμπώνοντας τα χρώματα
ολόκληρου του κόσμου • 
εσύ πέρα 'κει μακριά
κάτω απ' της δύσης το κόκκινο κρασί !

(μετάφραση: Στέργιος Απ. Ντέρτσας)
http://argentinoi-poihtes.blogspot.gr/2017/06/alberto-girri.html

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ











ΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ


Το να σωπαίνεις ίσως είναι μουσική,
μια μελωδία αλλιώτικη,
με νήματα κεντημένη απουσίας
στην ανάποδη κάποιου ξένου εργόχειρου.

Η φαντασία είναι του κόσμου η αληθινή ιστορία.
Φως πατημένο, φως από κάτω.
Η δε ζωή πετιέται μεμιάς απροσδόκητη
μέσ’ από μια κλωστή λασκαρισμένη.

Το να σωπαίνεις ίσως είναι μουσική,
ίσως όμως είναι και το κενό ακόμα,
αφού το γεγονός ότι μιλάμε
έρχεται και το γεμίζει ίσαμε πάνω,
το ξεχειλίζει.

Το να σωπαίνεις όμως είναι ίσως πότε-πότε
και του ίδιου εκείνου του κενού η μουσική.





Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Ἀλαφροΐσκιωτος (1907)








Γυρισμός


Ὕπνος ἱερός, λιονταρίσιος,

τοῦ γυρισμοῦ, στὴ μεγάλη

τῆς ἀμμουδιᾶς ἁπλωσιά.

Στὴν καρδιά μου

τὰ βλέφαρά μου κλεισμένα·

καὶ λάμπει, ὡσὰν ἥλιος, βαθιά μου...

Βοὴ τοῦ πελάου πλημμυρίζει

τὶς φλέβες μου·

ἀπάνω μου τρίζει

σὰ μυλολίθαρο ὁ ἥλιος· 10

γεμάτες χτυπάει τὶς φτεροῦγες ὁ ἀγέρας·

ἀγκομαχάει τὸ ἄφαντο ἀξόνι.

Δέ μου ἀκούγεται ἡ τρίσβαθη ἀνάσα.

Γαληνεύει, ὡς στὸν ἄμμο, βαθιά μου

καὶ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα πᾶσα -


Σὲ ψηλοθόλωτο κύμα

τὴν ὑψώνει τὸ ἀπέραντο χάδι·

ποτίζουν τὰ σπλάχνα

τὰ ὁλόδροσα φύκια,

ραντίζει τὰ διάφωτη ἡ ἄχνα 20

τοῦ ἀφροῦ ποὺ ξεσπάει στὰ χαλίκια·

πέρα σβήνει τὸ σύφυλλο βούισμα

ὁποῦ ξέχειλο ἀχοῦν τὰ τζιτζίκια.

Μιὰ βοὴ φτάνει ἀπόμακρα·

καὶ ἄξαφνα,

σὰν πανὶ τὸ σκαρμὸ ποὺ ἔχει φύγει,

χτυπάει· εἶν᾿ ὁ ἀγέρας ποὺ σίμωσε,

εἶν᾿ ὁ ἥλιος ποὺ δεῖ μπρὸς στὰ μάτια μου

- καὶ ὁ ἁγνὸς ὄχι ξένα τὰ βλέφαρα

στὴν ὑπέρλευκην ὄψη του ἀνοίγει. 30


Πετιῶμαι ἀπάνω. Ἡ ἀλαφρότη μου

εἶναι ἴσια με τὴ δύναμή μου.

Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο,

στὸ βασίλεμα σειέται ἀνοιξάτικο

βαθιὰ τὸ κορμί μου.

Βλέπω γύρα. Τὸ Ἰόνιο,

καὶ ἡ ἐλεύτερη γῆ μου!

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)
Ἡ Χρυσόφρυδη

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα 820

στορώντας παραμύθια,

ἀκοίμητος νυχτόημερα,

στὴ γλαυκομάτα ἀλήθεια·

ποῦ ἔστησε αὐτὶ προσεχτικό,

στὸ μέτωπό μου ἐκάρφωσε

τὰ μάτια της ἀσάλευτα,

ἐκεῖ ποὺ φλέβες δυὸ

σμίγουν τὴ βρύση τῆς φωτιᾶς

μὲ τῆς πηγῆς τὸ κρύο·

ποὺ χαμογέλασε βαθιά 830

κ᾿ εἶπε: «Ὦ καλέ, πῶς χαίρονται

τὰ φρένα μου, ἡ ψυχή σου

τὴν κλήρα ποὺ ἀκολούθησε

- κ᾿ εἶναι βαθιὰ δική σου -

τοῦ ἀσύγκριτου ἄντρα ποὺ ἤτανε

σ᾿ ὅλα βαρύς, μεγάλος,

στὴν πράξη ἦταν πολύγνωμος,

στὸ μύθο ὡς κανεὶς ἄλλος!»


Τῶν ἀντρειωμένων ὄνειρο,

χρυσόφρυδη, σὲ κέρδισα, 840

κι ἄλλος δὲν εἶναι βύθος,

σ᾿ ἕνανε νοῦν ἐλεύτερο

ποὺ ἀπάνω-ἀπάνω θρέφεται

στὴν πλάση, ὅσον ὁ μύθος

γλυκός: τὸ δέντρο τὸ ἠχηρό,

ποὺ ξεκρεμάει καὶ βάνει

- ὢ πλάτανος χιλιόχρονος! -

τὸ κρύο φλασκί του ὁ πιστικός,

ὁ ἀργάτης τὴ φλοκάτα του,

τὸ θρέφει πάντα ὁ κεραυνός, 850

σειέται στὸ θρό του ὁ οὐρανός,

καὶ πάντα ρίζες πιάνει.

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα

μὲ μάγια καὶ πλανέματα

πολλὰ καὶ παραμύθια.

Στὸ χάδι ἐπαραδόθηκες

τὸ ἀντρίκειο· σοῦ ἐξεκούμπωσα

τὴ ζώνη, καὶ τὰ στήθια

ἀκόμα σου ἦταν ἄγουρα·

δὲν πήδησεν ἡ στάλα 860

- σημάδι ὑγειᾶς ἀλάθευτον -

ποὺ θὰ μᾶς θρέψει ἕναν ὑγιὸ

μὲ τῆς ἀντρείας τὸ γάλα.


Καὶ πιὰ δὲ σ᾿ ἄγγιξα. Ἔμεινα,

κι ἀκούμπησα στὰ γόνατα

τ᾿ ὁλόδροσο κεφάλι·

τὰ μάτια μου ἐδιαβαίνανε

τῆς πλάσης τὸ κρουστάλλι,

ἢ σιωπηλὸς ἐκοίταζα,

σὲ μιὰ βαθιὰ ἀναγάλλια, 870

τὸ χέρι σου ὡς ἐτίναζε

μ᾿ ἕνα μεγάλο σάλεμα

τὰ θεοτικά, ὢ θαμπώματα!

μαλλιά σου ὡς στ᾿ ἀστραγάλια.

K᾿ ἔβλεπα, πάντα σιωπηλός,

στὴν ἀκατάφλογη φωτιὰ

τὸ θεῖο κορμὶ νὰ ντύνεις,

ποὺ ἀκοῦς τὸ τρίσβαθο ὄνειρο

νὰ λαχταράει στὰ σπλάχνα σου,

κι ἀπὸ τὸ κλάμα, τῆς χαρᾶς 880

ποὺ κλαῖς, διψᾶς καὶ πίνεις!


Χρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,

ὦ κρύα κερύθρα ἀμαύλιστη,

σὲ μιᾶς κορφῆς κλεισμένη

τὴν ἀγερόχρωμη σπηλιά,

ἀπὸ θυμάρι, ἀπὸ λυγιὰ

καὶ δρόσο μαζεμένη!

Τὴν κρύα κορφὴν ἀνέβηκα,

μὲ μπόρες καὶ μὲ χιόνι,

μὲ καλοσύνες τρίσβαθες, 890

τόσο ἀλαφρὸς καὶ διάφωτος

πὄλεα τὰ κρύα μου τὰ νεφρὰ

πὼς ὁ οὐρανὸς τὰ ζώνει.


Κι ὅλα τὰ φίδια ἐγήτεψα

ποὺ ἡ ἄνοιξη μὲ πότισε,

καὶ τὰ πουλιὰ τῆς πλάσης.

Ὦ πλάση, κι ἀπὸ ποιὸ πουλὶ

μπορεῖς νὰ μὲ γελάσεις,

ποὺ τῆς φωνῆς τους μάζωξα

σ᾿ ἕνα γυαλὶ τὴ στάλα 900

σὰ δάκρυο τῆς κληματαριᾶς,

σὰν πεύκου ἡ κέδρου δάκρυσμα,

κι ἀνέβηκα ὅλη τοῦ βουνοῦ,

ζητώντας σᾶς, τὴ σκάλα !

Τῆς στεφανούδας τὸν ψιλὸν ἀχό,

τὸ ἀνάριο λάλημα,

τὴ γαληνὴ ἀνυφάντρα,

ὅλα, ἀπ᾿ τ᾿ ἀηδόνια τ᾿ ἄκουσα

ὡς τὴ γοργὴ γαλιάντρα,

ὡς τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀχνοπράσινου 910

τοῦ ἀτσάραντου μεθύσι,

ποὺ τὸ λαρύγγι, ἀπ᾿ τὸ βαθὺ

κι ἀκράτητον ἀνάβρυσμα,

λογιάζεις πὼς θὰ σκίσει!

Ὅλη τη σκάλα τῶν πουλιῶν,

ὁποῦ περνάει σὰ σύννεφο,

σὰν πέπλος ἀριαπλώνεται,

μαζώνεται καὶ χύνεται

σαγίτες στὸν ἀέρα·

ὅλη τὴν ἀνεμόσκαλα. 920

Ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ κορφόσκαλο,

ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ φλογέρα !


Γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ τὴν κρύα κορφὴ

- ὦ κρύα τοῦ πόθου ῥεῖθρα ! -

γιὰ σένανε, ὦ ἀμαύλιστη

τοῦ βράχου κρύα κερήθρα,

ποὺ σπᾶς τὰ δόντια σὰ γυαλὶ

ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν κρυάδα

- μὰ τὰ δικά μου ἀστράψανε

σὲ ὑπέρλευκο χαμόγελο, 930

κ᾿ ἔλαμψεν, ὡς σὲ γεύτηκε,

διπλᾶ ἡ λευκὴ λαμπράδα.

Σὰν τὸ χαλίκι ὁποῦ μακριὰ

ἀπὸ τὸ πέλαο σβήνει,

μά, μέσα, λάμπει, δείχνεται,

τὴν ἀστραψιά του χύνει...

Μεγαλομάτα· ἕναν ὑγιὸ

νὰ δώσω σου ὀνειρεύομαι,

κι ὁ πόθος ποὺ μὲ ζώνει

μοῦ σφίγγει γύρα τὰ νεφρά 940

σὰν πάγος καὶ σὰ χιόνι.


Χρυσόφρυδη· ἄσε στ᾿ ὄνειρο

τὸ νοῦ μου νὰ βυθίσω,

στὰ γόνατά σου γέρνοντας·

ἄσε τὸ μῆλο τοῦ Μαγιοῦ

στὸν ἥλιο νὰ γυρίσω,

σὰν παπαρούνα κόκκινο

νὰ γένει, καὶ ν᾿ ἀρχίσει

μέσα του ἡ σάρκα ἀνάλαφρα

νὰ δέσει καὶ ν᾿ ἀφρίσει ! 950

νὰ δέσει ἀπὸ τὰ στήθια σου

σὰ στὸ σταφύλι ἡ ρώγα,

κι ὡστόσο, βασιλόθωρη,

ἀπὸ τὸ ῥόδι ποὺ ἄνοιξα

τὸ μέγα, τὰ ῥουμπίνια του

νὰ δείξει, ἀσταχολόγα!

Καὶ χαμογέλα! Τὸ κορμὶ

στὸν πόθο ἂς γένει διάφωτο,

σὰν τὰ σπειριά του μέσα

καὶ τὸ αἷμα ἂς λάμπει καθαρό 960

σὰν τοῦ ροδιοῦ, τὴ σάρκα σου

σὰν τὸ κρουστάλλι διάφωτη

νὰ φέγγει σου ἡ ἀνέσα.


Νὰ σμίγει ὅπως στὸν ξάστερο

γιαλὸ τὸ ἀγέρι μέσα σου,

ποὺ τρίσβαθα ἀνασαίνει.

Κάτου κοιτᾶς, κι ἀπ᾿ τὸ βυθό,

καθὼς κοιτᾶς, ἡ ἀνάσα σου

στὸ νοῦ βαθιὰ ἀνεβαίνει...

Καὶ πῆρα στῆς χρυσόφρυδης 970

τὰ γόνατα τὸ ἀλάφρωμα

τοῦ ὀνείρου· κ᾿ ἦταν ξάστερο

τὸ κρύο γλαυκὸ ἀπὸ πάνω μου,

ἤτανε γύρα μου ὁ γιαλὸς

κι ὁ οὐρανὸς καὶ τὰ βουνά,

καὶ μέσα μου· κι ἀρχίνησε

βαθιὰ ἡ καρδιὰ ν᾿ ἀλλάξει,

ποὺ ἄκουσα ξάφνου τὴ βροντὴ

τὴ γνώριμη ποὺ ἐκύλησε,

κ᾿ εἶπεν: «Ὦ ἀλαφροΐσκιωτε, 980

σηκώσου· ἐσὺ τὸ σάρκωσες

τὸ τάμα - καὶ καρδιὰ καὶ νοῦς -

κ᾿ ἐσὺ τό ῾χεις ἀδράξει.

Ποιὸς ἀντρειωμένος θὰ στηθεῖ

καὶ θὰ τὸ δέσει ὁλόφωτο

σὲ Λόγο καὶ σὲ Πράξη;»


Καὶ ξύπνησα. Μοῦ φάνηκεν

ὅλος σὰν πνέμα ὁ οὐρανός,

κι ἀπάντησα: «Τὴ γέννα μου,

στὰ κρύα βουνὰ τὴν κήρυξες 990

καὶ στὴ μεγάλη πλάση.

Ἂν εἶμ᾿ ὁ ἀλαφροΐσκιωτος,

καὶ μέσα μου ἡ ἀστροφεγγιὰ

τῆς γῆς ἔχει γελάσει,

κράξε· ἀλαφριά, ὦ πανάρχαιον

αἰώνιον πνέμα, μέσα μου

ἀκόμα εἶν᾿ ἡ ὁρμή μου·

μὲ τὴ ζωὴ ἂν μὲ μάγεψες

καὶ μὲ καλεῖς ψηλότερα,

ἐδῶ εἶναι τὸ κορμί μου! 1000

Ἐμέ, ἀγριοπερίστερον

εἶν᾿ ἡ ἀθωότη μου· κι ὁ ἀϊτὸς

τὴν ξέρει καὶ τὴ χαίρεται.

K᾿ ἔχω ἀγναντέψει πάλι,

ν᾿ ἀράξω τὶς φτεροῦγες μου,

νὰ γαληνέψω, μιὰ βαθιὰν

ὁλόφωτην ἀβάλη.


Θέλω ἀπὸ κεῖ - καὶ τὰ νεφρὰ

σφιχτότερα θὰ ζώσω -

στὰ πέλαγα, ὡς τὴν ἡσυχία 1010

κι ὅλη τη γλύκα ἀντρώσω,

νὰ δοκιμάσω τὸ παλιό,

ποὺ μὄφεραν οἱ χρόνοι

καὶ ποὺ σκεπάζει το ἡ καπνιά,

τόξο, ποὺ ἐλάλει του ἡ χορδὴ

ἀπ᾿ τ᾿ ἄγγιγμα τοῦ ἀσύγκριτου,

σὰ νά ῾ταν χελιδόνι!

Θέλω νὰ δράμει ἡ θεία βροντή,

μηνύτρα ὡς ἀπὸ σύγνεφο,

στὰ κορφοβούνια ἀπόξω, 1020

καὶ νὰ χτυπήσω, ἀλάθευτος,

κατάκαρδα τὸν Ἄνθρωπο

μὲ τὸ δυσκολολύγιστο,

βαρὺ τοῦ στίχου τόξο!


Θέλω ν᾿ ἀφήσω τὴ βαθιὰ

κι ἀνάλαφρη λαχτάρα

κλήρα σ᾿ ἀσύγκριτον ὑγιό,

ἢ νὰ τοῦ ρίξω ὡς κεραυνὸ

στὴ σάρκα μία κατάρα,

καὶ νὰ τοῦ πῶ: «Σφίξε καλὰ 1030

τὴ ζώνη, ἀλαφροπάτητος

νὰ γένεις, καὶ τριγύρα σου ὅλ᾿ ἡ φύση,

στὴ βούλησή σου ὁλόφωτη,

θὲ νά ῾ρτει, ἄκρατη λεβεντιὰ

τὴ σάρκα νὰ σοῦ ντύσει·

καὶ τὸ κορμὶ στὸ λογισμὸ

θ᾿ ἀδρώσει, γιὰ νὰ ζήσει

σὰ θὰ ριχτεῖ στὸ πάλεμα,

στὸ ἀντρίκειο χαροπάλεμα,

τὶς τραχιὲς γνῶμες μ᾿ ἀλαφρὴ 1040

καρδιὰ γιὰ νὰ ζυγίσει.

Κι ὡς στήσεις παντοδύναμα

στὴ γῆ ἱερὴ τὰ χέρια,

στὴ νίκη καὶ στὸ λύτρωμα,

θὰ σοῦ χαλκέψω ἐγὼ φτερὰ

κι ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀσύντριφτα,

γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖς, κι ἀγνάντια του

νὰ ὑψώσεις τὴν ἀδάμαστη

καρδιά μου μὲς στ᾿ ἀστέρια !» 1049

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)
Ὁ Βαθὺς Λόγος

K᾿ ἕνας ἀπ᾿ ὅλους μοῦ ἔφεξε

κι ἀκόμα φέγγει λόγος. Καὶ ἡ ψυχή μου

στὴν πλάση μέσα τὸν ἀλήθεψε -

καί, νὰ μπεῖ

στὸ νόημα σύγκορμη καὶ πρίν, ἀκέρια ἐστάθη.


Ὡς ἕνα στύλο ἕνας σεισμός,

τὴ ζύγιασε, τὴν ἔστησε,

σὰν κυπαρίσσι ρίζες ἄδραξε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

K᾿ ἦταν ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα 100

στοῦ τραγῳδοῦ τὸ νοῦ,

ποὺ τρίσβαθα

τοῦ ραψῳδοῦ τοῦ ἐμίλει ἡ ἁρμονία

μπρὸς στὸ γιγάντειο πόνο τοῦ Αἴαντα

καὶ τὴν ἱερὴ μανία.


Καὶ πιὸ μεστά,

σὰ νὰ μοῦ ἀλάφρωνε

φλέβα νεροῦ ἀγερόλαμπρου

τὴ δέντρινη κορμοστασιά μου,

ἀνέβηκε ἄδιψα, 110

ἀλαφρά, τὴ φυλλωσιά μου·

μ᾿ ἔθρεψε τὸ ἀλαφρὸ νερὸ

καὶ τὸ ἀλαφρὸ τὸ χῶμα,

καὶ ἴσια

ἡ Βούλησή μου ἀπάνω ὑψώθηκε,

σὰν τὰ μεστά, τὰ ἐφτάψηλα,

μὲ τὰ κυπαρισσόμηλα

γεμάτα κυπαρίσσια!

«Εἴδωλα εἴμαστε καὶ ἴσκιοι.»

Τὸ λόγο ποὺ ἀχνίζει τὴν πράξη, 120

γιὰ νύχτες, γιὰ μέρες,

ψηλὰ στὰ βουνά,

ὅπου ἀπάτητοι δρόμοι,

στὸν βαθιὸν ἐλαιώνα

ποῦ οἱ ἄγραφοι νόμοι

πάντα ἀστράφταν μπροστά μου,

τὸν ἔφερα. Ἡ τρίσβαθη γνώμη

τώρα ἀντρίζει βαθιὰ τὰ ἥπατά μου.


Ἀνέβηκα - φίλος

ἀνήφορων - ὄλες 130

τὶς κορφὲς ποὺ ἀγναντεύουν τὰ πέλαγα,

γαληνὴ ἄγγιξε ὅλα ἡ ὁρμή μου:

τὸ γεράκι ποὺ ἐπέρνα,

τὸ σύννεφο στὸν ἀγέρα,

τὸ διάστημα

ποὺ εἶχε ζώσει βαθιὰ τὸ κορμί μου.

Πόσο φῶς ἐποτίστηκεν

ἡ κρυφὴ δύναμή μου!

Καὶ - ὄχι καύχημα ἀνίερο -

σὲ πηγὲς δαφνοσκέπαστες 140

ἤπια ἐγώ, καὶ στὴ στέρνα.

Τὴ ματιὰ καὶ τὴ ράχη μου

λαιμὸς βέβαιος

καὶ βέβαιο

τὸ ποδάρι ἐκυβέρνα.


Καὶ εἶπα, ὅλα γύρω βλέποντας:

«Νησί,

ἀβασίλευτη στὸ πέλαο δόξα,

ὦ ῥιζωμένο

στὸ πολύβοο διάστημα, 150

καὶ στοῦ Ὁμήρου τὸ στίχο

λουσμένο,

βυθισμένο στὸν ὕμνο!





Δάσο ὅλο δρῦ στὴν κορφή σου,

σιδερόχορδη ἀνάβρα

ποὺ ἀχνίσαν τὰ σπλάχνα μου ἀπάνω

ὁλοκαύτωμα θεῖο,

καὶ ἡ ἄκρη σου τρέμει σὰ φύλλο,

μέσα βροντάει ὁ Λευκάτας,

μαζώνεται ἡ μπόρα, 160

ξεσπάει μὲς στὸ θεῖον ἐλαιώνα,

τρικυμίζει τὸ πέλαο,

νησί μου·

ἄλλη θροφὴ ἀπὸ τὴ θροφή μου

δὲ θὰ βρῶ,

ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου ἄλλη ψυχή,

ἄλλο κορμὶ ἀπὸ τὸ κορμί μου.


Ἀλλοῦ οἱ ναοὶ κι ἀλλοῦ οἱ θεοί.

Μοῦ ἀστράφτει γύρω τῶν ἡρώων ἡ μοίρα.

Τὴ μοναξιὰ στὴ δύναμή μου ὑπόταξες. 170

Τῆς γλαυκομάτας ἡ ἔγνοια μου εἶναι κλήρα!

Τοῦ νοῦ τὸ νόμο στὰ βουνά,

στὸν κάμπο, ὁλοῦθε βρῆκες.

Νά, ἡ ἀγριλίδα ξεπηδάει

κλαδιὰ γιὰ ὅλες τὶς ἄγνωρες

καὶ τὶς μεγάλες νίκες!»


(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)






http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/aggelos_sikelianos/alafroiskiwtos.htm