Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

[Κάποτε σου είπα]

Alda Merini, ΣΥ ΕΙ ΠΕΤΡΟΣ

Κάποτε σου είπα:
μη μου θυμώνεις, αγάπη μου,
που είμ’ εγώ αλλιώτικη.
Ίσως είμαι μια στήλη καπνού,
όμως το ξύλο που καίει από κάτω μου
είναι το χρυσαφένιο ξύλο των δασών,
κι εσύ δεν θέλησες να μ’ ακούσεις.
Κοιτούσες το πάλλευκο δέρμα μου
με τη δυσπιστία ενός ιερέα,
και ήθελες να μπήξεις το μαχαίρι
κι έτσι το θύμα σου είναι νεκρό
κάτω από το βάρος της μωρίας σου,
ω άκριτη αγάπη.
Κορόιδευα τη μέθη της μορφής
αφού ήξερα ότι ήμουν της παρηγόριας,
ωστόσο το πένθος μέσα μου πονούσε
με τη γλυκύτητα του γερακιού.
Πόσες φορές με βρήκαν και με φάγανε,
πόσες φορές έγινα βορά των ασεβών·
ακόμα κι εσύ γίνεσαι τώρα ασεβής,
ω κύημα εσύ του έρωτά μου.
Πού είναι η θρησκεία σου
για τον φτωχό σταυρό μου;
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ευαγγελία Πολύμου
`* ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το βιβλίο: Άλντα Μερίνι,
POIEIN.GR

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Ἀλαφροΐσκιωτος (1907)

Γυρισμός

Ὕπνος ἱερός, λιονταρίσιος,
τοῦ γυρισμοῦ, στὴ μεγάλη
τῆς ἀμμουδιᾶς ἁπλωσιά.
Στὴν καρδιά μου
τὰ βλέφαρά μου κλεισμένα·
καὶ λάμπει, ὡσὰν ἥλιος, βαθιά μου...
Βοὴ τοῦ πελάου πλημμυρίζει
τὶς φλέβες μου·
ἀπάνω μου τρίζει
σὰ μυλολίθαρο ὁ ἥλιος· 10
γεμάτες χτυπάει τὶς φτεροῦγες ὁ ἀγέρας·
ἀγκομαχάει τὸ ἄφαντο ἀξόνι.
Δέ μου ἀκούγεται ἡ τρίσβαθη ἀνάσα.
Γαληνεύει, ὡς στὸν ἄμμο, βαθιά μου
καὶ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα πᾶσα -
Σὲ ψηλοθόλωτο κύμα
τὴν ὑψώνει τὸ ἀπέραντο χάδι·
ποτίζουν τὰ σπλάχνα
τὰ ὁλόδροσα φύκια,
ραντίζει τὰ διάφωτη ἡ ἄχνα 20
τοῦ ἀφροῦ ποὺ ξεσπάει στὰ χαλίκια·
πέρα σβήνει τὸ σύφυλλο βούισμα
ὁποῦ ξέχειλο ἀχοῦν τὰ τζιτζίκια.
Μιὰ βοὴ φτάνει ἀπόμακρα·
καὶ ἄξαφνα,
σὰν πανὶ τὸ σκαρμὸ ποὺ ἔχει φύγει,
χτυπάει· εἶν᾿ ὁ ἀγέρας ποὺ σίμωσε,
εἶν᾿ ὁ ἥλιος ποὺ δεῖ μπρὸς στὰ μάτια μου
- καὶ ὁ ἁγνὸς ὄχι ξένα τὰ βλέφαρα
στὴν ὑπέρλευκην ὄψη του ἀνοίγει. 30
Πετιῶμαι ἀπάνω. Ἡ ἀλαφρότη μου
εἶναι ἴσια με τὴ δύναμή μου.
Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο,
στὸ βασίλεμα σειέται ἀνοιξάτικο
βαθιὰ τὸ κορμί μου.
Βλέπω γύρα. Τὸ Ἰόνιο,
καὶ ἡ ἐλεύτερη γῆ μου!
(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)

Ἡ Χρυσόφρυδη

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα 820
στορώντας παραμύθια,
ἀκοίμητος νυχτόημερα,
στὴ γλαυκομάτα ἀλήθεια·
ποῦ ἔστησε αὐτὶ προσεχτικό,
στὸ μέτωπό μου ἐκάρφωσε
τὰ μάτια της ἀσάλευτα,
ἐκεῖ ποὺ φλέβες δυὸ
σμίγουν τὴ βρύση τῆς φωτιᾶς
μὲ τῆς πηγῆς τὸ κρύο·
ποὺ χαμογέλασε βαθιά 830
κ᾿ εἶπε: «Ὦ καλέ, πῶς χαίρονται
τὰ φρένα μου, ἡ ψυχή σου
τὴν κλήρα ποὺ ἀκολούθησε
- κ᾿ εἶναι βαθιὰ δική σου -
τοῦ ἀσύγκριτου ἄντρα ποὺ ἤτανε
σ᾿ ὅλα βαρύς, μεγάλος,
στὴν πράξη ἦταν πολύγνωμος,
στὸ μύθο ὡς κανεὶς ἄλλος!»
Τῶν ἀντρειωμένων ὄνειρο,
χρυσόφρυδη, σὲ κέρδισα, 840
κι ἄλλος δὲν εἶναι βύθος,
σ᾿ ἕνανε νοῦν ἐλεύτερο
ποὺ ἀπάνω-ἀπάνω θρέφεται
στὴν πλάση, ὅσον ὁ μύθος
γλυκός: τὸ δέντρο τὸ ἠχηρό,
ποὺ ξεκρεμάει καὶ βάνει
- ὢ πλάτανος χιλιόχρονος! -
τὸ κρύο φλασκί του ὁ πιστικός,
ὁ ἀργάτης τὴ φλοκάτα του,
τὸ θρέφει πάντα ὁ κεραυνός, 850
σειέται στὸ θρό του ὁ οὐρανός,
καὶ πάντα ρίζες πιάνει.
Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα
μὲ μάγια καὶ πλανέματα
πολλὰ καὶ παραμύθια.
Στὸ χάδι ἐπαραδόθηκες
τὸ ἀντρίκειο· σοῦ ἐξεκούμπωσα
τὴ ζώνη, καὶ τὰ στήθια
ἀκόμα σου ἦταν ἄγουρα·
δὲν πήδησεν ἡ στάλα 860
- σημάδι ὑγειᾶς ἀλάθευτον -
ποὺ θὰ μᾶς θρέψει ἕναν ὑγιὸ
μὲ τῆς ἀντρείας τὸ γάλα.
Καὶ πιὰ δὲ σ᾿ ἄγγιξα. Ἔμεινα,
κι ἀκούμπησα στὰ γόνατα
τ᾿ ὁλόδροσο κεφάλι·
τὰ μάτια μου ἐδιαβαίνανε
τῆς πλάσης τὸ κρουστάλλι,
ἢ σιωπηλὸς ἐκοίταζα,
σὲ μιὰ βαθιὰ ἀναγάλλια, 870
τὸ χέρι σου ὡς ἐτίναζε
μ᾿ ἕνα μεγάλο σάλεμα
τὰ θεοτικά, ὢ θαμπώματα!
μαλλιά σου ὡς στ᾿ ἀστραγάλια.
K᾿ ἔβλεπα, πάντα σιωπηλός,
στὴν ἀκατάφλογη φωτιὰ
τὸ θεῖο κορμὶ νὰ ντύνεις,
ποὺ ἀκοῦς τὸ τρίσβαθο ὄνειρο
νὰ λαχταράει στὰ σπλάχνα σου,
κι ἀπὸ τὸ κλάμα, τῆς χαρᾶς 880
ποὺ κλαῖς, διψᾶς καὶ πίνεις!
Χρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,
ὦ κρύα κερύθρα ἀμαύλιστη,
σὲ μιᾶς κορφῆς κλεισμένη
τὴν ἀγερόχρωμη σπηλιά,
ἀπὸ θυμάρι, ἀπὸ λυγιὰ
καὶ δρόσο μαζεμένη!
Τὴν κρύα κορφὴν ἀνέβηκα,
μὲ μπόρες καὶ μὲ χιόνι,
μὲ καλοσύνες τρίσβαθες, 890
τόσο ἀλαφρὸς καὶ διάφωτος
πὄλεα τὰ κρύα μου τὰ νεφρὰ
πὼς ὁ οὐρανὸς τὰ ζώνει.
Κι ὅλα τὰ φίδια ἐγήτεψα
ποὺ ἡ ἄνοιξη μὲ πότισε,
καὶ τὰ πουλιὰ τῆς πλάσης.
Ὦ πλάση, κι ἀπὸ ποιὸ πουλὶ
μπορεῖς νὰ μὲ γελάσεις,
ποὺ τῆς φωνῆς τους μάζωξα
σ᾿ ἕνα γυαλὶ τὴ στάλα 900
σὰ δάκρυο τῆς κληματαριᾶς,
σὰν πεύκου ἡ κέδρου δάκρυσμα,
κι ἀνέβηκα ὅλη τοῦ βουνοῦ,
ζητώντας σᾶς, τὴ σκάλα !
Τῆς στεφανούδας τὸν ψιλὸν ἀχό,
τὸ ἀνάριο λάλημα,
τὴ γαληνὴ ἀνυφάντρα,
ὅλα, ἀπ᾿ τ᾿ ἀηδόνια τ᾿ ἄκουσα
ὡς τὴ γοργὴ γαλιάντρα,
ὡς τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀχνοπράσινου 910
τοῦ ἀτσάραντου μεθύσι,
ποὺ τὸ λαρύγγι, ἀπ᾿ τὸ βαθὺ
κι ἀκράτητον ἀνάβρυσμα,
λογιάζεις πὼς θὰ σκίσει!
Ὅλη τη σκάλα τῶν πουλιῶν,
ὁποῦ περνάει σὰ σύννεφο,
σὰν πέπλος ἀριαπλώνεται,
μαζώνεται καὶ χύνεται
σαγίτες στὸν ἀέρα·
ὅλη τὴν ἀνεμόσκαλα. 920
Ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ κορφόσκαλο,
ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ φλογέρα !
Γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ τὴν κρύα κορφὴ
- ὦ κρύα τοῦ πόθου ῥεῖθρα ! -
γιὰ σένανε, ὦ ἀμαύλιστη
τοῦ βράχου κρύα κερήθρα,
ποὺ σπᾶς τὰ δόντια σὰ γυαλὶ
ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν κρυάδα
- μὰ τὰ δικά μου ἀστράψανε
σὲ ὑπέρλευκο χαμόγελο, 930
κ᾿ ἔλαμψεν, ὡς σὲ γεύτηκε,
διπλᾶ ἡ λευκὴ λαμπράδα.
Σὰν τὸ χαλίκι ὁποῦ μακριὰ
ἀπὸ τὸ πέλαο σβήνει,
μά, μέσα, λάμπει, δείχνεται,
τὴν ἀστραψιά του χύνει...
Μεγαλομάτα· ἕναν ὑγιὸ
νὰ δώσω σου ὀνειρεύομαι,
κι ὁ πόθος ποὺ μὲ ζώνει
μοῦ σφίγγει γύρα τὰ νεφρά 940
σὰν πάγος καὶ σὰ χιόνι.
Χρυσόφρυδη· ἄσε στ᾿ ὄνειρο
τὸ νοῦ μου νὰ βυθίσω,
στὰ γόνατά σου γέρνοντας·
ἄσε τὸ μῆλο τοῦ Μαγιοῦ
στὸν ἥλιο νὰ γυρίσω,
σὰν παπαρούνα κόκκινο
νὰ γένει, καὶ ν᾿ ἀρχίσει
μέσα του ἡ σάρκα ἀνάλαφρα
νὰ δέσει καὶ ν᾿ ἀφρίσει ! 950
νὰ δέσει ἀπὸ τὰ στήθια σου
σὰ στὸ σταφύλι ἡ ρώγα,
κι ὡστόσο, βασιλόθωρη,
ἀπὸ τὸ ῥόδι ποὺ ἄνοιξα
τὸ μέγα, τὰ ῥουμπίνια του
νὰ δείξει, ἀσταχολόγα!
Καὶ χαμογέλα! Τὸ κορμὶ
στὸν πόθο ἂς γένει διάφωτο,
σὰν τὰ σπειριά του μέσα
καὶ τὸ αἷμα ἂς λάμπει καθαρό 960
σὰν τοῦ ροδιοῦ, τὴ σάρκα σου
σὰν τὸ κρουστάλλι διάφωτη
νὰ φέγγει σου ἡ ἀνέσα.
Νὰ σμίγει ὅπως στὸν ξάστερο
γιαλὸ τὸ ἀγέρι μέσα σου,
ποὺ τρίσβαθα ἀνασαίνει.
Κάτου κοιτᾶς, κι ἀπ᾿ τὸ βυθό,
καθὼς κοιτᾶς, ἡ ἀνάσα σου
στὸ νοῦ βαθιὰ ἀνεβαίνει...
Καὶ πῆρα στῆς χρυσόφρυδης 970
τὰ γόνατα τὸ ἀλάφρωμα
τοῦ ὀνείρου· κ᾿ ἦταν ξάστερο
τὸ κρύο γλαυκὸ ἀπὸ πάνω μου,
ἤτανε γύρα μου ὁ γιαλὸς
κι ὁ οὐρανὸς καὶ τὰ βουνά,
καὶ μέσα μου· κι ἀρχίνησε
βαθιὰ ἡ καρδιὰ ν᾿ ἀλλάξει,
ποὺ ἄκουσα ξάφνου τὴ βροντὴ
τὴ γνώριμη ποὺ ἐκύλησε,
κ᾿ εἶπεν: «Ὦ ἀλαφροΐσκιωτε, 980
σηκώσου· ἐσὺ τὸ σάρκωσες
τὸ τάμα - καὶ καρδιὰ καὶ νοῦς -
κ᾿ ἐσὺ τό ῾χεις ἀδράξει.
Ποιὸς ἀντρειωμένος θὰ στηθεῖ
καὶ θὰ τὸ δέσει ὁλόφωτο
σὲ Λόγο καὶ σὲ Πράξη;»
Καὶ ξύπνησα. Μοῦ φάνηκεν
ὅλος σὰν πνέμα ὁ οὐρανός,
κι ἀπάντησα: «Τὴ γέννα μου,
στὰ κρύα βουνὰ τὴν κήρυξες 990
καὶ στὴ μεγάλη πλάση.
Ἂν εἶμ᾿ ὁ ἀλαφροΐσκιωτος,
καὶ μέσα μου ἡ ἀστροφεγγιὰ
τῆς γῆς ἔχει γελάσει,
κράξε· ἀλαφριά, ὦ πανάρχαιον
αἰώνιον πνέμα, μέσα μου
ἀκόμα εἶν᾿ ἡ ὁρμή μου·
μὲ τὴ ζωὴ ἂν μὲ μάγεψες
καὶ μὲ καλεῖς ψηλότερα,
ἐδῶ εἶναι τὸ κορμί μου! 1000
Ἐμέ, ἀγριοπερίστερον
εἶν᾿ ἡ ἀθωότη μου· κι ὁ ἀϊτὸς
τὴν ξέρει καὶ τὴ χαίρεται.
K᾿ ἔχω ἀγναντέψει πάλι,
ν᾿ ἀράξω τὶς φτεροῦγες μου,
νὰ γαληνέψω, μιὰ βαθιὰν
ὁλόφωτην ἀβάλη.
Θέλω ἀπὸ κεῖ - καὶ τὰ νεφρὰ
σφιχτότερα θὰ ζώσω -
στὰ πέλαγα, ὡς τὴν ἡσυχία 1010
κι ὅλη τη γλύκα ἀντρώσω,
νὰ δοκιμάσω τὸ παλιό,
ποὺ μὄφεραν οἱ χρόνοι
καὶ ποὺ σκεπάζει το ἡ καπνιά,
τόξο, ποὺ ἐλάλει του ἡ χορδὴ
ἀπ᾿ τ᾿ ἄγγιγμα τοῦ ἀσύγκριτου,
σὰ νά ῾ταν χελιδόνι!
Θέλω νὰ δράμει ἡ θεία βροντή,
μηνύτρα ὡς ἀπὸ σύγνεφο,
στὰ κορφοβούνια ἀπόξω, 1020
καὶ νὰ χτυπήσω, ἀλάθευτος,
κατάκαρδα τὸν Ἄνθρωπο
μὲ τὸ δυσκολολύγιστο,
βαρὺ τοῦ στίχου τόξο!
Θέλω ν᾿ ἀφήσω τὴ βαθιὰ
κι ἀνάλαφρη λαχτάρα
κλήρα σ᾿ ἀσύγκριτον ὑγιό,
ἢ νὰ τοῦ ρίξω ὡς κεραυνὸ
στὴ σάρκα μία κατάρα,
καὶ νὰ τοῦ πῶ: «Σφίξε καλὰ 1030
τὴ ζώνη, ἀλαφροπάτητος
νὰ γένεις, καὶ τριγύρα σου ὅλ᾿ ἡ φύση,
στὴ βούλησή σου ὁλόφωτη,
θὲ νά ῾ρτει, ἄκρατη λεβεντιὰ
τὴ σάρκα νὰ σοῦ ντύσει·
καὶ τὸ κορμὶ στὸ λογισμὸ
θ᾿ ἀδρώσει, γιὰ νὰ ζήσει
σὰ θὰ ριχτεῖ στὸ πάλεμα,
στὸ ἀντρίκειο χαροπάλεμα,
τὶς τραχιὲς γνῶμες μ᾿ ἀλαφρὴ 1040
καρδιὰ γιὰ νὰ ζυγίσει.
Κι ὡς στήσεις παντοδύναμα
στὴ γῆ ἱερὴ τὰ χέρια,
στὴ νίκη καὶ στὸ λύτρωμα,
θὰ σοῦ χαλκέψω ἐγὼ φτερὰ
κι ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀσύντριφτα,
γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖς, κι ἀγνάντια του
νὰ ὑψώσεις τὴν ἀδάμαστη
καρδιά μου μὲς στ᾿ ἀστέρια !» 1049
(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)

Ὁ Βαθὺς Λόγος

K᾿ ἕνας ἀπ᾿ ὅλους μοῦ ἔφεξε
κι ἀκόμα φέγγει λόγος. Καὶ ἡ ψυχή μου
στὴν πλάση μέσα τὸν ἀλήθεψε -
καί, νὰ μπεῖ
στὸ νόημα σύγκορμη καὶ πρίν, ἀκέρια ἐστάθη.
Ὡς ἕνα στύλο ἕνας σεισμός,
τὴ ζύγιασε, τὴν ἔστησε,
σὰν κυπαρίσσι ρίζες ἄδραξε ἀπ᾿ τὰ βάθη.
K᾿ ἦταν ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα 100
στοῦ τραγῳδοῦ τὸ νοῦ,
ποὺ τρίσβαθα
τοῦ ραψῳδοῦ τοῦ ἐμίλει ἡ ἁρμονία
μπρὸς στὸ γιγάντειο πόνο τοῦ Αἴαντα
καὶ τὴν ἱερὴ μανία.
Καὶ πιὸ μεστά,
σὰ νὰ μοῦ ἀλάφρωνε
φλέβα νεροῦ ἀγερόλαμπρου
τὴ δέντρινη κορμοστασιά μου,
ἀνέβηκε ἄδιψα, 110
ἀλαφρά, τὴ φυλλωσιά μου·
μ᾿ ἔθρεψε τὸ ἀλαφρὸ νερὸ
καὶ τὸ ἀλαφρὸ τὸ χῶμα,
καὶ ἴσια
ἡ Βούλησή μου ἀπάνω ὑψώθηκε,
σὰν τὰ μεστά, τὰ ἐφτάψηλα,
μὲ τὰ κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια!
«Εἴδωλα εἴμαστε καὶ ἴσκιοι.»
Τὸ λόγο ποὺ ἀχνίζει τὴν πράξη, 120
γιὰ νύχτες, γιὰ μέρες,
ψηλὰ στὰ βουνά,
ὅπου ἀπάτητοι δρόμοι,
στὸν βαθιὸν ἐλαιώνα
ποῦ οἱ ἄγραφοι νόμοι
πάντα ἀστράφταν μπροστά μου,
τὸν ἔφερα. Ἡ τρίσβαθη γνώμη
τώρα ἀντρίζει βαθιὰ τὰ ἥπατά μου.
Ἀνέβηκα - φίλος
ἀνήφορων - ὄλες 130
τὶς κορφὲς ποὺ ἀγναντεύουν τὰ πέλαγα,
γαληνὴ ἄγγιξε ὅλα ἡ ὁρμή μου:
τὸ γεράκι ποὺ ἐπέρνα,
τὸ σύννεφο στὸν ἀγέρα,
τὸ διάστημα
ποὺ εἶχε ζώσει βαθιὰ τὸ κορμί μου.
Πόσο φῶς ἐποτίστηκεν
ἡ κρυφὴ δύναμή μου!
Καὶ - ὄχι καύχημα ἀνίερο -
σὲ πηγὲς δαφνοσκέπαστες 140
ἤπια ἐγώ, καὶ στὴ στέρνα.
Τὴ ματιὰ καὶ τὴ ράχη μου
λαιμὸς βέβαιος
καὶ βέβαιο
τὸ ποδάρι ἐκυβέρνα.
Καὶ εἶπα, ὅλα γύρω βλέποντας:
«Νησί,
ἀβασίλευτη στὸ πέλαο δόξα,
ὦ ῥιζωμένο
στὸ πολύβοο διάστημα, 150
καὶ στοῦ Ὁμήρου τὸ στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στὸν ὕμνο!

Δάσο ὅλο δρῦ στὴν κορφή σου,
σιδερόχορδη ἀνάβρα
ποὺ ἀχνίσαν τὰ σπλάχνα μου ἀπάνω
ὁλοκαύτωμα θεῖο,
καὶ ἡ ἄκρη σου τρέμει σὰ φύλλο,
μέσα βροντάει ὁ Λευκάτας,
μαζώνεται ἡ μπόρα, 160
ξεσπάει μὲς στὸ θεῖον ἐλαιώνα,
τρικυμίζει τὸ πέλαο,
νησί μου·
ἄλλη θροφὴ ἀπὸ τὴ θροφή μου
δὲ θὰ βρῶ,
ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου ἄλλη ψυχή,
ἄλλο κορμὶ ἀπὸ τὸ κορμί μου.
Ἀλλοῦ οἱ ναοὶ κι ἀλλοῦ οἱ θεοί.
Μοῦ ἀστράφτει γύρω τῶν ἡρώων ἡ μοίρα.
Τὴ μοναξιὰ στὴ δύναμή μου ὑπόταξες. 170
Τῆς γλαυκομάτας ἡ ἔγνοια μου εἶναι κλήρα!
Τοῦ νοῦ τὸ νόμο στὰ βουνά,
στὸν κάμπο, ὁλοῦθε βρῆκες.
Νά, ἡ ἀγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιὰ γιὰ ὅλες τὶς ἄγνωρες
καὶ τὶς μεγάλες νίκες!»
(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)
 http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/aggelos_sikelianos/alafroiskiwtos.htm

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥ





Ο χρόνος είναι αλλιώτικος για την ερωτευμένο
δεν είναι πρακτικός,
χωρίς αποτέλεσμα λήγουν οι στιγμές.
Το μέλλον φτιάχνεται με τα πιο ωραία θέματα
της χθεσινής αγάπης
για θάνατος λογιέται ο χωρισμός,
όταν τελειώνει το αίσθημα
δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του.





Ως ν’ απαντήσω στον μπακάλη
πρωτοχαιρετιστήκαμε
και μέσα άρχισε ξανά
ο διάλογος με σένα
ευφορία – πρώτη φωνή αναγνώρισης,
φεύγω ανάλαφρη με τη σακούλα
αν έχεις προλάβει να μ’ αγγίξεις
σκυφτή –αν έχει ξανάρθει
το φοβερό βλέμμα του αποχωρισμού.
Αδειάζω, όλο αδειάζω
τη στιγμή απ’ το παρόν
και μπαίνω σ’ άλλο τώρα
πηχτό και αδιαίρετο



[Από τη συλλογή ΤΑ ΣΚΟΡΠΙΑ ΧΑΡΤΙΑ 
ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ]

 http://www.bibliotheque.gr/article/69396

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ










CARMEN SAECULARE


1.
Ὄξω ἀνεβοκατέβαινε τὸ στῆθος, ἀλλὰ μέσα
Ἀνθίζει μὲ τοὺς κρίνους του παρθενικὸς ὁ κόσμος.
Αὐγή 'ναι κι' ἄστραφτε γλυκὰ σὰ 'ς τὴν ἀρχὴ τῆς πλάσης,
Κ' ἐκράτουνε τὰ κάτασπρα ποδάρια 'ς τὴ δροσιά της.

2.
Κρατεῖ 'ς τὸ χόρτο τὰ κεριά, κεριὰ κομματιασμένα·
Οὐρανὸς δένεται καὶ γῆ 'ς τὴν ὄμορφη ματιά της.

3.
Δὲν εἶναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δὲν εἶναι·
Βρύσαις ἁπλώνει τὰ κλαδιὰ τὸ δέντρο 'ς τὸν ἀέρα·
Μὴν καρτερῇς ἐδῶ πουλί, καὶ μὴ προσμένῃς χλόη·
Γιατὶ τὰ φύλλ' ἄν εἶν' πολλά, σὲ κάθε φύλλο πνεῦμα.
Τὸ ψηλὸ δέντρ' ὁλόκληρο κ' ἠχολογᾷ κ' ἀστράφτει
Μ' ὅλους τῆς τέχνης τοὺς ἠχούς, μὲ τ' οὐρανοῦ τὰ φῶτα.
Σαστίζ' ἡ γῆ κ' ἡ θάλασσα κι' ὁ οὐρανὸς τὸ τέρας,
Τὸ μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς τὸ ναὸ τῆς φύσης,
Κι' ἁρμόζουν διάφορο τὸ φῶς χίλιαις χιλιάδες ἄστρα,
Χίλιαις χιλιάδες ἄσματα μιλοῦν καὶ κάνουν ἕνα.
'Σ τὸ δέντρο κάτου δέησιν ἔκαμ' ἡ βοσκοποῦλα·
Τ' ἄστρα γοργὰ τὴ δέχτηκαν καθὼς ἡ γῆ τὸν ἥλιο.
Τὰ Σεραφεὶμ ἐγνώρισαν τὸ βάθος τῆς ἀγάπης,
Κ' ὁλόκληρ' ἡ Παράδεισω διπλῆ Παράδεισώ 'ναι.
Ποιὸς εἶχε πῇ ποῦ σοῦ 'μελλε, πέτρα, να βγάλῃς ρόδο;
............................................
Ἀλλὰ ποῦ τώρα βρίσκονται τὰ κάτασπρα ποδάρια;
Ποῦ 'ναι τὸ στῆθος τ' ὄμορφο, ποῦ τέτοιους κόσμους ἔχει;
'Στ' ἀμπέλ' ἡ κόρη κάθεται καὶ παίζει μὲ τ' ἀρνί της.




http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΗ


Η γη αυτή είναι η Μακεδονία,
ρίζες που προχωρούν στα παιδικά μου χρόνια ,
χώμα ποτισμένο από τον ιδρώτα
τον δικό μου και των παιδιών μου,
ηλιοκαμένα μπράτσα και χέρια
τις ώρες που μοχθούν κάτω από τον ήλιο,
νιώθοντας βαθειά μέσα στο αίμα
το τραγούδι στους καρπούς και τις ρίζες.
Η γη αυτή είναι η Μακεδονία,
μια ατέλειωτη σειρά από κάμπους
βουνά και δέντρα,
τις ώρες που καρπίζουν κάτω από τον ήλιο
κρατώντας αγκαλιές την μυρωδιά
του καρπού και των πράσινων φύλλων,
και ύστερα το τραγούδι του βάλτου,
ένα τραγούδι γερά δεμένο με την ιστορία της γης μου,
τότε που παλεύαμε για μια ελεύθερη ημέρα
με τα παλληκάρια που το ένιωθαν πως είναι άνδρες.
Η γη αυτή είναι η Μακεδονία,
πλάι σε αυτές τις πέτρες
αποθέσαμε τους νεκρούς ενός αγώνα
και ύστερα ευλαβικά γράψαμε πάνω από την πέτρα
«Ήταν οι κόρες και οι γιοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου.»
Βάσω Μπρατάκη Πέλλα 1983
Από την συλλογή
«ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ –ΔΟΚΙΜΕΣ»
ΑΘΗΝΑ 1985 Ιδιωτική έκδοση

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Eυρώπη ! Ευρώπη !









Κόσμε κόσμε κόσμε
κάθομαι στο δωματιό μου
φαντάζομαι το μέλλον
το Παρίσι λιάζεται
είμαι μόνος δεν υπάρχει
κανείς μ’ αγάπη τέλεια
ο άνθρωπος είναι τρελός
η αγάπη του δεν είναι τέλεια
δεν έκλαψα αρκετά
το στήθος μου θα ‘ ναι βαρύ
έως θανάτου οι πόλεις
φάσματα των στροφάλων
του πολέμου οι πόλεις είναι
δουλειά & τούβλο & σίδερο &
καπνός απ ‘ το καμίνι
της ατομικότητας κάνει τ’ αδάκρυτα
μάτια κόκκινα στο Λονδίνο αλλά
κανένα μάτι δε συναντάει τον ήλιο
Αστραποβολημένος απ’ τον ουρανό
χτυπάει του Λόρδου Μπήβερμπρουκ
τ’ άστρο μοντέρνο μονοκόμματο
κτίριο Τύπου που ακουμπάει
στο Λονδρέζικο δρόμο για να κρατήσει
τις τελευταίες κίτρινες ακτίνες
γριές στυλώνουν τα μάτια αφηρημένα
μες απ’ την ομίχλη προς τα ουράνια
γλάστρες καχεκτικές σε περβάζια παραθύρων
απλώνουν πλοκάμια λουλουδιών στο δρόμο
τα συντριβάνια της Τραφάλγκαρ πιτσιλάνε
τα ζεσταμένα από το μεσημέρι περιστέρια
Εγώ ακτινοβολώ σε εκστατική ερημιά
στο θόλο του Αγίου Παύλου
βλέποντας το φως στο Λονδίνο
ή εδώ σ’ ένα κρεβάτι στο Παρίσι
το φέγγος μες απ’ το ψηλό παράθυρο
πάνω στους γύψινους τοίχους
Κοσμάκης στις υπόγειες διαβάσεις
άγιοι φθίνουν άθλια υποκείμενα
γυναίκες του δρόμου συναντούν
την έλλειψη αγάπης κάτω από το
φανάρι του γκαζιού και του νέον
καμμιά γυναίκα στο σπιτικό της
δεν ζει μονιασμένα με τον άντρα της
ούτε τ’ αγόρι αγαπάει τ’ αγόρι
τρυφερή φωτιά στην τακτική της καρδιάς
ηλεκτρισμός τρομάζει την πόλη
το ραδιόφωνο στριγγλίζει για λεφτά
το αστυνομικό φως στις οθόνες της TV
κοροιδεύει τ’ αμυδρό φως της λάμπας
σ’ άδεια δωμάτια τάνκς συγκρούονται
σε καταιγισμό βομβών δε γίνεται
κανένα όνειρο χαράς ανθρώπου
οι εγκέφαλοι των κινηματογραφικών στούντιο
πλασάρουν ναρκωτικά αυτοκίνητα
τενεκεδένια όνειρα του ΄Ερωτα
το μυαλό τρώει καννιβαλικά τις σάρκες του
και το γαμίσι του ανθρώπου δεν είναι άγιο
γιατί δουλειά του ανθρώπου
το πιο πολύ είναι ο πόλεμος
Η κοκκαλιάρα Κίνα λιμάζει πλύση
εγκεφάλου πάνω απ’ τα υδροηλεκτρικά
φράγματα Η Αμερική κρύβει
το λυσσασμένο κρέας στο ψυγείο
Η Βρεττανία μαγειρεύει την Ιερουσαλήμ
κρατάει πολύ η Γαλλία
τρώει πετρέλαιο και ψόφια
σαλάτα μπράτσα και πόδια στην Αφρική
φωνακλάδικο στόμα καταβροχθίζει την
Αραβία νέγροι και λευκοί πολεμούν
ενάντια στους χρυσούς γάμους
η Ρωσική βιομηχανία τρέφει
εκατομμύρια αλλά κανένας μεθυσμένος
δεν μπορεί να ονειρευτεί
του Μαγιακόβσκυ την αυτοκτονία
ουράνιο τόξο πάνω από τις μηχανές
κι αντιμιλιά στον ήλιο
Είμαι στο κρεβάτι στην Ευρώπη
μόνος με παλιά κόκκινα εσώ-
ρουχα συμβολικά του πόθου
για γάμο με την αθανασία
μα η αγάπη του ανθρώπου τέλεια
δεν είναι το Φλεβάρη βρέχει
όπως κάποτε για το Μπωντλαίρ
εδώ κι εκατό χρόνια
αεροπλάνα μουγκρίζουν στον αέρα
αυτοκίνητα φουλάρουν στους δρόμους
ξέρω για που τραβάνε στο θάνατο
σύμφωνοι είναι που ο θάνατος έρχεται
πριν απ’ τη ζωή που άνθρωπος κανείς
τέλεια κανένα δεν αγάπησε κανείς
δε νοιώθει ευτυχία στον καιρό του
το νέο γένος δεν γεννήθηκε είναι
που κλαίω γι’ αυτή την αρχαιότητα
και καταγγέλω τη μέλλουσα χιλιετία
γιατί τον ήλιο είδα του Ατλαντικού
ν’ ακτινοβολείται από σύννεφο θεώρατο
στο Ντόβερ πάνω στους βράχους της ακτής
τάνκερ σε μέγεθος μερμηγκιού που βιράρει
πάνω στον ωκεανό κάτω από σύννεφο
αστραποβόλο και γλάρους που πετούν
μες απ’ του ήλιου τις ατέλειωτες
κλίμακες τρέχοντας στην Αιωνιότητα
για τα μερμήγκια στα μυριάδες λειβάδια
της Αγγλίας για τα ηλιοτρόπια
τα στραμμένα για να καταπιούν του απείρου
τα μικρά χρυσά δελφίνια που πηδούν
μες απ’ το μεσογειακό ουράνιο τόξο
Λευκός καπνός κι αχνός στις ΄Ανδεις
τα ποτάμια της Ασίας λαμπυρίζουν
τυφλοί ποιητές βυθισμένοι σε μοναχικό
απολλώνειο φως στις πλαγιές των λόφων
με τους σκορπισμένους άδειους τάφους

Παρίσι 1958

Μετάφραση : Aρης Μπερλής

http://estrechogv.blogspot.gr/2014/05/allen-ginsberg-e.html?spref=tw

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή






Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήριό μου. Μάτι που ξεγλιστάει
και βγαίνει από τη φάρα μου, η πνοή μου
σε βρίσκει φευγάτο. Προκαλώ φρίκη
σ’ εκείνους που στέκονται πλάι μου. Είμαι ταϊσμένη.
Τη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.


Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν αργεί πολύ. Είναι η κόντρα μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω προς τα πίσω
στο μπουντουάρ όπου συνήθιζες να την καβαλικεύεις
Με πήρες σαν κάτι δανεικό πάνω στο λουλουδάτο κάλυμμα.
Tη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το σώμα μου μ’ αυτό τον τρόπο,
ένα ενοχλητικό θαύμα. Θα μπορούσα άραγε
να βγάλω στη φόρα το παζάρι των ονείρων;
Απλώνομαι. Σταυρώνω.
Λουκουμάκι μου, έτσι με είπες.
Τη νύχτα μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Πάρε για παράδειγμα τη νύχτα αυτή, αγάπη μου
όπου κάθε μοναχικό ζευγάρι ενώνει
αναποδογυρίζοντας αγκαλιασμένο, χαμηλά, ψηλά,
τη δυάδα της αφθονίας πάνω σε σφουγγάρια και φτερά
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη τη νύχτα, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Τότε η μαυρομάτα αντίζηλός μου κατέφτασε.
Η λαίδη των υδάτων αναδυόμενη απ’ την πλαζ
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και φλάουτου μιλιά.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι

Σε πήρε έτσι όπως παίρνει μια γυναίκα
από τον πάγκο ένα φουστάνι σε τιμή ευκαιρίας
κι εγώ έσπασα έτσι όπως σπάζει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία σου και τη βελόνα του ψαρέματος.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα φεγγοβόλα πλάσματα είναι γεμάτα ψέματα.
Τρώνε το’ να τ’ άλλο. Είναι παραταϊσμένα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

The Ballad of the Lonely Masturbator
Anne Sexton 
(Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή, Ανν Σέξτον,
 Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
https://poiimata.com/2018/02/01/mpalanta-monahikou-aunanisti-anne-sexton/

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Τέσσερα ποιήματα του σύγχρονου Αμερικανού ποιητή Stephen Dunn


Ο Στήβεν Νταν (Stephen Dunn, 1939-) είναι Αμερικανός ποιητής και επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Richard Stockton. Έχει εκδώσει 18 ποιητικές συλλογές. Έλαβε το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή Different Hours έχει βραβευθεί από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων και ήταν στη βραχεία λίστα για το εθνικό βραβείο βιβλιοκριτικών (NationalBook Critics Circle Award). Ζει στο Φρόστμπουργκ του Μέριλαντ. Τα ποιήματα προέρχονται από την πιο πρόσφατη συλλογή του, Whereas(NYW.W.Norton & Company, 2016), στην οποία ο ποιητής εξετάζει τις δυσκολίες του να λέμε την αλήθεια, καθώς και τους μύθους με τους οποίους επιλέγουμε να ζούμε.


MOON SONG

The moon’s silence was an invitation to invent its powers,
so when in love we spoke about its influence,
how, even when it was on the other side
of the world, we felt it urging us toward each other.
We’d known for years it could move oceans, cause catastrophes,
but these days it seemed more powerful than ever–

leeves broken, towns under water, heartrending diminutions.
It happened with and without us, was never our fault.
Once we might have blamed a vengeful god,
long since forsaken. Now we looked to meteorologists
for explanations, and with visible excitement

they gave us what we needed, those daily portals into havoc,
which allowed us to be elsewhere, on a couch, say,
in a distant living room with an alibi, as if someone else
were responsible. Nighttime or daytime, the moon rewired
our universe. Words came to us, and we turned
them into song. We even learned to believe them.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Η σιωπή της σελήνης ήταν μια πρόσκληση να επινοήσουμε τις δυνάμεις της,
έτσι όταν ήμασταν ερωτευμένοι μιλούσαμε για την επίδρασή της,
το πώς, ακόμη κι όταν βρισκόταν στην άλλη πλευρά
του κόσμου, τη νιώθαμε να μας σπρώχνει τον έναν προς τον άλλον.
Ξέραμε από παλιά πως μπορούσε να κινήσει ωκεανούς, να προκαλέσει καταστροφές
όμως εκείνες τις μέρες έμοιαζε πιο ισχυρή από ποτέ–

σπασμένοι κυματοθραύστες, πόλεις κάτω από το νερό, σπαραξικάρδιες απογοητεύσεις.
Συνέβη με και χωρίς εμάς, δεν ήμασταν ποτέ υπεύθυνοι.
Κάποτε ίσως να κατηγορήσαμε έναν εκδικητικό θεό,
που όμως εγκαταλείψαμε. Έπειτα αναζητήσαμε στους μετεωρολόγους
τις εξηγήσεις κι εκείνοι με φανερό ενθουσιασμό

μας έδωσαν αυτό που χρειαζόμασταν, τις ημερήσιες πύλες προς την πανωλεθρία,
που μας επέτρεψαν να είμαστε αλλού, σε έναν καναπέ, ας πούμε,
σε ένα μακρινό καθιστικό με ένα άλλοθι, σαν κάποιος άλλος
να ήταν υπεύθυνος. Νύχτα ή μέρα, η σελήνη εφεύρισκε εκ νέου
το σύμπαν μας. Λέξεις ήρθαν σε μας κι εμείς τις μετατρέψαμε
σε τραγούδι. Μάθαμε ακόμη και να τις πιστεύουμε.

*

 IF IT’S TRUE

If it’s true that objects retain their memories
of being handled, used, even properly admired
for their efficiency, like a spoon, or diminished,
like a toothpick that once was part of something
grand, like a pine or a sequoia,

                then it’s no wonder that some objects
carry themselves with a kind of stainless dignity,
while others seem to enjoy revenge, become splinters
under our fingernails, never forget their capacity
                to right a misuse.

                                                And if it’s true that all objects
made by us soon take on their own personalities,
yet also are driven by what we can’t conceal in ourselves,
this may account for the kind of Frankensteinian power–
meltdowns, monstrous behavior–our children,

no matter how loved, develop to withstand our willfulness.
And if it’s true that they remember being treated
like cogs or toothpicks, or even machines that work perfectly
in public, let us not be surprised when, years later,
they break down in private.


ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Αν είναι αλήθεια ότι τα αντικείμενα κρατούν τη μνήμη
της μεταχείρισης, της χρήσης, ακόμη και της λατρείας
για την αποτελεσματικότητά τους, όπως ένα κουτάλι, ή τη χάνουν,
όπως η οδοντογλυφίδα που κάποτε ήταν μέρος από κάτι
μεγαλειώδες, όπως ένα έλατο ή μια σεκόια,

                τότε δεν είναι απορίας άξιον που ορισμένα αντικείμενα
φέρονται και άγονται με ένα είδος ανοξείδωτης αξιοπρέπειας,
ενώ άλλα μοιάζουν να απολαμβάνουν την εκδίκηση, γίνονται σκλήθρες
μέσα στα δάχτυλά μας, δεν λησμονούν την ικανότητά τους
                να διορθώσουν μια κακομεταχείριση.

                                                Κι αν αληθεύει ότι όλα τα αντικείμενα
που φτιάχνουμε σύντομα αποκτούν δικές τους προσωπικότητες,
ωστόσο ωθούνται επίσης από αυτό που δεν μπορούμε να κρύψουμε μέσα μας,
αυτό ίσως να εξηγεί το είδος της Φρανκενστάνειας δύναμης–
εκρήξεις θυμού, τερατώδη συμπεριφορά–των παιδιών μας,

που όσο κι αν τα αγαπήσαμε, μεγαλώνοντας αντιστέκονται στην ισχυρογνωμοσύνη μας.
Κι αν είναι αλήθεια ότι θυμούνται πως τα μεταχειριστήκαμε
σαν γρανάζια ή οδοντογλυφίδες, ή ακόμη και σαν μηχανές που λειτουργούν τέλεια
μπροστά στον κόσμο, ας μην νιώσουμε έκπληξη όταν, χρόνια μετά,
                                καταρρεύσουν όταν είναι μόνα.

 *

THE ARCHITECT

loved the Mőbius, and the sky’s big suggestion
                of a universe, and now and then
would imagine a heaven as if it were his

to construct and manage, death just a pause
                before the real work would begin.
In truth, and in his practice, he preferred things

that had endings, was sure anything
                that goes on and on
was destined to mislead, be shapeless,

false. But still the idea appealed to him
                the way feelings appeal
to those who feel they should be thinking.

Some, the innocent, would call him the architect
                of infinity, which he wouldn’t correct,
while the rest of us kept as quiet as we could.


Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ

αγαπούσε τον Μέμπιους και το πώς ο ουρανός υποδήλωνε μεγαλοπρεπώς
ένα σύμπαν, και τώρα και τότε
φανταζόταν έναν παράδεισο σα να ήταν δικός του

να τον κατασκευάζει και να τον διαχειρίζεται, ο θάνατος μόνο μία παύση
                προτού αρχίσει η αληθινή δουλειά.
Στην πραγματικότητα, και στο επάγγελμά του, προτιμούσε πράγματα

που είχαν όρια, ήταν σίγουρος πως όλα όσα
                συνεχίζονται αέναα
ήταν προορισμένα να παραπλανούν, να είναι άμορφα,

λάθος. Μα η ιδέα εξακολουθούσε να τον γοητεύει
                όπως γοητεύουν τα αισθήματα
αυτούς που αισθάνονται πως πρέπει να σκέφτονται.

Ορισμένοι, οι αθώοι, τον αποκάλεσαν τον αρχιτέκτονα
του απείρου, το οποίο εκείνος δεν θέλει να διορθώσει,
ενώ εμείς οι υπόλοιποι μείναμε όσο πιο ήσυχοι μπορούσαμε.

 *

 THE REVOLT OF THE TURTLES

On gray forgetful mornings like this
sea turtles would gather in the shallow waters
of the Gulf to discuss issues of self-presentation
and related concerns like, If there were a God
would he have a hard shell and a retractable head,
and whether speed on land
was of any importance to a good swimmer.

They knew that tourists needed to placate
their children with catchy stories, and amuse
themselves with various cruelties
such as turning turtles over on their backs
and watching their legs wriggle.
So the turtles formed  a committee to address

How to Live Among People Who Among
Other Atrocities Want to Turn You into Soup.

The committee was also charged with wondering
if God would mind a retelling of their lives,
one in which sea turtles
were responsible for all things
right-minded and progressive, and men
and women for poisoning the water.

The oldest sea turtle among them knew
that whoever was in control of the stories
controlled all the shoulds and should-nots.

But he wasn’t interested in punishment,
only ways in which power could bring about
fairness and decency. And when he finished speaking
in the now memorable and even deepening

waters of the Gulf, all the sea turtles
began to chant Only Fairness, Only Decency.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΕΛΩΝΩΝ

Κάτι γκρίζα γεμάτα λήθη πρωινά όπως ετούτο
οι θαλάσσιες χελώνες μαζεύονται στα ρηχά
του Κόλπου για να συζητήσουν θέματα αυτό-εκπροσώπησης
και συναφείς ανησυχίες όπως, Εάν υπάρχει Θεός
θα έχει σκληρό κέλυφος και κεφάλι που τραβιέται,
και αν η ταχύτητα στη γη
έχει καθόλου σημασία για έναν καλό κολυμβητή.

Ήξεραν ότι οι τουρίστες έπρεπε να ησυχάζουν
τα παιδιά τους με συναρπαστικές ιστορίες, και να διασκεδάζουν
τους εαυτούς τους με ποικίλες αγριότητες
όπως με το να αναποδογυρίζουν χελώνες
και να παρακολουθούν τα πόδια τους να στριφογυρίζουν.
Έτσι οι χελώνες σύστησαν επιτροπή που θα διερευνούσε

Πώς να Ζει Κάποιος Ανάμεσα σε Ανθρώπους που Μεταξύ
Άλλων Θηριωδιών Θέλουν να Τον Μετατρέψουν σε Σούπα.

Η επιτροπή ήταν επίσης επιφορτισμένη να αναρωτηθεί
Εάν θα πείραζε τον Θεό μία εκ νέου αφήγηση της ζωής τους,
Μία στην οποία οι θαλάσσιες χελώνες
θα ήταν υπεύθυνες για όλα τα πράγματα
τα σωστά και προοδευτικά, και οι άνδρες
και οι γυναίκες για τη μόλυνση των υδάτων.

Η αρχαιότερη θαλάσσια χελώνα ανάμεσά τους γνώριζε
πως όποιος ήταν υπεύθυνος για τις αφηγήσεις
έλεγχε όλα τα πρέπει και δεν πρέπει.

Αλλά δεν την ενδιέφερε η τιμωρία,
μόνον οι τρόποι με τους οποίους η δύναμη μπορεί να φέρει
δικαιοσύνη και ευπρέπεια. Και όταν σταμάτησε να μιλάει
στα αξιομνημόνευτα πλέον και ολοένα βαθύτερα

νερά του Κόλπου, όλες οι θαλάσσιες χελώνες

άρχισαν να ψάλλουν Μόνο Δικαιοσύνη, Μόνο Ευπρέπεια.

μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος 39 του ηλεκτρονικού περιοδικού vakxikon.gr.

http://stigmalogou.blogspot.gr/2018/01/stephen-dunn.html

~Παραμύθι~


Κλεισμένος στο Οχυρό σου
ξεπροβάλλεις σκοτεινός πριν απ' τον Ήλιο
στο μπαλκόνι της Επιβολής σου
με τον στρατό των αρσενικών σου γοήτρων
παραταγμένο σ' όλη την εμβέλεια
του κύκλου ασφαλείας σου.
Οι στρατιώτες σου ξάγρυπνοι κι εντοιχισμένοι
στα δομικά υλικά της Κυριαρχίας σου
δεν ξέρουν τί περιμένουν
καθώς υπόγεια έρχομαι
αρχαίο σκαπτικό που αναμοχλεύει
τα εδάφη του Εαυτού σου.
Ο θηλυκός στρατός μου
πνίγει τα τείχη σου
αγκαλιάζοντας με νύχια
τα κορμιά των μαχητών σου
τυλίγοντας με πλεξούδες
τα πόδια, τα χέρια, το μυαλό τους.
Επιμένει η μανία σου για επίθεση,
για έλεγχο, για αυτοπροστασία.
Οι σκέψεις σου σμήνη άγριων πουλιών
επιτίθενται στις αγέλες της εμμονής μου.
Η Ψυχή σου εκείνος ο αντάρτης άγγελος
που δεν διαπραγματεύεται.
Η Φύση μου εκείνη η σταθερή ηρεμία
που δεν εγκαταλείπει.
Πολλαπλασιάζομαι.
Συμπυκνώνεσαι.
Σκληρό Υλικό μ' έναν πυρήνα
που δολοφονικά ηλεκτρίζει.
Φέρω φορτίο
που σμίγει με τα ηλεκτρόνια των κεραυνών σου
η Δύναμή σου ενισχύεται
με τη δική μου.
Επιδιώκεις Συμμαχία.
Συμφωνώ στη Συνύπαρξη.
Τα δοκάρια που στηρίζουν το μπαλκόνι σου
μεταγγίζονται υλικό απ' τη σάρκα μου,
στο αρχοντικό σου ρούχο
κλωστοποιείται κάθε ίνα με μία φλέβα μου.
Δεν υπήρξαμε άγνωστοι ποτέ
σε κάθε σύγχρονο όνειρο
σε κάθε αρχαίο που έχουμε παραμύθι
κυκλώνουμε ο Ένας τον Άλλο
σε δύο πλεγμένους κύκλους απείρου
όπου όλοι οι Άντρες είσαι Εσύ
κι Εγώ κάθε μορφή Θηλυκότητας
που κυοφορεί τις Δύσκολες Ευτυχίες σου.

[Πίνω Γάλα Και Άλλα Αποφθέγματα]











Για ποιό λόγο έχουμε γεννηθεί άνθρωποι
αν μας δίνουν ένα θάνατο ζώων.

*

Αμνέ του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου,
πες μου πόσα μήλα υπάρχουν στο γήϊνο παράδεισο;



*

Νομίζουμε πως είμαστε ο τόπος και η αλήθεια είναι
πως είμαστε μόλις το τοπίο.

*

Πες μου ποιές είναι για σένα οι 10 λέξεις οι πιο όμορφες
της ισπανικής γλώσσας και θα σου πω ποιός είσαι.

*

Η Σκέψη πεθαίνει στο στόμα.

*

Αριστερά και Δεξιά ενωμένες
ποτέ νικημένες.

*

Η πραγματικότητα τείνει να εξαφανιστεί.

*

Μαρξιστής; Άθεος, με τη χάρη του Θεού.




Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει.
Αυτό που θέλω να πω είναι άλλο.

*

Πρώτη αρχή όλων των κορυφαίων έργων
να περάσουν απαρατήρητα.

*

Η.Π.Α. Όπου η ελευθερία είναι ένα άγαλμα.

*

Κάθε ποιητής που εκτιμάει τον εαυτό του
πρέπει να έχει το δικό του Λεξικό.

*

Ο ποιητής δεν τηρεί το λόγο του αν δεν
αλλάζει τα ονόματα των πραγμάτων.

*

Ὀταν περάσουν τα χρόνια κι εγώ θα είμαι μόνο
ένας άντρας που αγάπησε, ένα όν που σταμάτησε
μια στιγμή απέναντι στα χείλη σου, ένας φτωχός άνθρωπος
κουρασμένος από το να βαδίζει στους κήπους,
που θα βρίσκεσαι εσύ;




[Μετάφραση : Γιώργος Μίχος]
από το http://www.poiein.gr
http://www.bibliotheque.gr/article/66431

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Νατάσα Χατζιδάκι, Μία Επιλογή Ποιημάτων της, 1976-1990





ΔΕΛΤΙΟΝ ΑΤΜΟΠΛΟΪΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ


Το μπλε ιστιοφόρο του στήθους μου
υμένιο στα χέρια των μεταπρατών
Παρακεντούμαι
για ένα αιμόρευμα
προεκτείνομαι
για μια καμπύλη ελπίδα
αποστερούμαι
για μια επίτευξη φωτοδιάθλασης
καταστρατηγούμαι
για μια πυλαία ακτίνωση
ΛΥΣΗ ΣΠΑΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΨΥΧΡΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ
επίτευξη :
φωτοδιάθλαση με ξεσχισμένα χείλη.
ΕΝΑ ΚΙΤΡΟ ΣΑΠΙΖΕΙ ΑΡΓΑ Σ’ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΒΑΖΟ ΜΕ ΓΛΥΚΟΖΗ. Νύχτα.
ΚΑΘΕΣΤΩΣ


Επίχρισμα στο ρούχο, το αίμα που αναπαύεται στους τριαρτηριακούς χώρους,
τοιχωματική έκφυση στα κρατητήρια των λεοπαρδάλεων – κυκλοφορώ μέσα στους
υπνοβάτες
με επιχείλιο πακέτο τις αναλήψεις μου
κι είναι καλό
που σε βρίσκει το καλοκαίρι έτσι ανάσαρκο
κι είναι καλό που τα οιδήματα της πόλης τα σηκώνουν οι
διατάσεις των ήχων
κι εγώ τα οσφραίνομαι
οι οιμωγές μου διευρύνονται
με την παράπλευρο κυκλοφορία του κορμιού
με τον ιδρώτα στα εκκριτικά κύτταρα
μέσα στην μέρα εσύ ερμαφρόδιτος
μέσα στην μέρα κι εγώ
μαύρο περίστροφο σε ανθοστήλη
ΥΜΕΝΑΙΟΣ


Ένα υγρό στρώμα φθινοπωρινά φύλλα
κι από κάτω θαμμένα τα ηλεκτρικά μου μίξερ
τίναξα καθόλου τά φύλλα του ημερολογίου τον Μάϊο
τρίγκ τρίγκ σπάω
φύγε μετά ή πριν
θα κοιμηθείς με παγάκια στα χέρια
και στη θήκη του πικ-άπ ό Ντέϊβιντ Μπόουϊ είναι πεθαμένος σαν ουράνιο τόξο
να ή πιο κοφτερή
να ή πιο κρύα
θα δεις
καλύτερα χωρίς έμενα εγώ
μου άρεσε τώρα πιο λίγο από πολύ
σκοτάδι και λίγο καφέ με τα μπεζ εντόσθια πουλιών
και εικόνων ζωγράφων από πάντα και από
εκεί δίπλα αυτή ή
(Από την συλλογή «Ακρυλικά», Πολυπλάνο 1976)


ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


Μωβ μαραίνεται πράσινο πασχαλιές πού
πάλι Πάσχα είναι. Κόβει τις κύστεις των
ματιών, ρήξη Μαΐου έρχεται με λύσσα –
υγρές γεννήτριες τα μάτια του
πυρκαϊάς χρήσιμο φόντο, συστάδες τα
πουλιά μετακινούνται πάνω από στέγες
ενσκήπτουν βλοσυρά στα φυτώρια από τουλίπες
χαμηλού βολτάζ, ποταμών ψάρια ψάλλουν
μασάει το λεμόνι της οι εξατμίσεις
την στεφανώνουν, τα μάλλινα της βρέχονται
του εαυτού της μοιάζει ομολογούν πλήρη απάθεια
θα πιει παλαιωμένο τούλι αφέψημα φτύνει
το νυφικό πού θαύμασε το ηλεκτρικό της
σίδερο την γαύγισε
– «πρόσεξε», τότε μου είπε
«μην κάνεις αυτούς τους φρικτούς μορφασμούς.
Αν αλλάξει ο άνεμος
το πρόσωπο σου θα μείνει έτσι για πάντα. Και
μην καταπίνεις αυτούς τους σπόρους. Μηλιές θα φυ­τρώσουν
στο στομάχι σου και θα σε πνίξουν» –
άρτιγέννητα θαλασσίων λεόντων
με λυγμικό κλάμμα βγαίνουν στους βράχους των ποιημάτων
του Τέννυσον.
Βγαίνω πίσω τους
κρατώντας ζεστό ν’ αχνίζει πλαδαρό τον πλακούντα.
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
ΜΙΑΣ ΝΕΚΡΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ


Σε σκοτεινή απόρριψη ανοίγει
λάθος εξάμηνης ημέρας.
Αύτη κοιτάζει με χαμένο βλέμμα
κυλάει σε λευκά κενά
σε άδειο σταθερά εκλείπει.
Ίσως υπήρξε ως περιπατήτρια
ως προσκολλήθηκε γοργά στο εύγευστο
με κάποιο γείσο για τα περιττά στα μά­τια
με την υποτροπή του φύλου σε ανέχεια
ανοιχτή.
Ίσως εστράφηκε στα γηραιά εναντίον και χτυπήματα.
Ίσως εσφάδαξε βαθειά στην άκρη λασπερή και του
χειμώνα
την νυχτερίδα πού τεντώνεται ίσως συ­νέλαβε
ψάρι, ψαρίσια ουρά σε παγερές ακτές
χτυπούσε
μάτι κλειστό στο ηλιοβασίλεμα
μάτι ερπετό την είχε πάρει.
Την έχρισαν η ηγουμένη παφλασμών και την εδείπνησαν.
Με το πιο μαύρο φασικές εκκρίσεις καταστείλει είχε.
Και βλέπει απόψε. Είδε: Εάν φορούσε τα λευκά.
Εάν φορούσε – λευκά για
τον λαιμό
και παρακάτω.
Σε καταρράκτες λάμψεων θα έλαμπε.
Σε καταρράκτες ανεμίζουν ισχυρά νεκρών τα τρισθενή
πηλίκια - κολάρα και γραβάτες
ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑΣ


Για τους μεγάλους τελικούς οί πένθιμοι
τραβούν μαζί τους ύμνοι την βραδιά μου πού πεθαίνει.
Μέσα στο στόμα του τα χείλη μου
άσπρα τα ρούχα
πού φορά και με φωτίζουν.
Μου δίνουν λίγη λάμψη
και την παίρνουν. Γκρίζα κουρέλια. Πολυελαίους του
μυαλού μου.
Το μαύρο αυτό τα κοφτερά του χείλη το διέσχισαν.
Χλόες των δέντρων οι απειλές πού τον φοβούνται.
Το λεπιδόπτερο, από ρεύμα ανατράπηκα, τα ζωτικά
φορτία σπάζουν
σπάζει
μεμβράνες οικειοτήτων με την άνοιξη
όμοια δεύτερα εναλλάξ με πρώτα.
Σατέν εσάρπα του αφήνω στις οπές.
Τρέχω ακατάπαυστα και κυματίζω.
Νούφαρα οι πολύποδες νερών
με ανεβαίνουν
κι εγκαθιστούν
με αιματωμένο ρύγχος οικισμούς.
Προς χάριν.
(Από την συλλογή «Δυσαρέσκεια», Πλέθρον 1984)


ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΑΣΤΗ


Είσαι μία πόλη Σκυθική.
Σκαπάνες των Ασσυρίων μόλις ανασύρουν.
Ναυάγιο ανελκύεσαι.
Με τα εντόσθια πλήρη. Γλιστερά σκεύη. Δοχεία.
Θαλάσσιους οργανισμούς. Κήτη και ρόδακες.
Ένα αόρατο Σύμπαν σε συντήρησε.
Δεν είσαι ένας Ίκαρος πού πέφτει τώρα. Θα χρειαζόσουν
ένα Δαίδαλο επιεική — μία διαρκή διψομανία για τα ύψη.
Σκόντο μη χάους. Πριν από σένα, μια παγωνιού ουρά.
Διαλυμένη ουρά μετεωρίτη συλημένη.
Δροσερή σαμπάνια. Καυτερό φραπέ, πριν από σένα.
Έστω. Σε ακολουθούν.
Και ως ναυάγιο, ανελκύεσαι, υπάρχεις.
Εφεδρικότερος από σένα μόνον ο ‘Ήλιος.
Αυτή την νύχτα, το περισσότερο Αστέρι δραπετεύει.
Η πιο ψηλαφητή μονοτονία σε σάρκες υπαρκτές
θα καταφύγει.
Προς φτέρην.
Προς νήσον.
Να σείεσαι. Θαυμάζοντας τις χαράδρες.
Έντομα φύονται στα μαλλιά σου.
Φτύνουν το λίπος. Και φθίνουν
ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


Με ένα βηματισμό ηνίοχου έρχεσαι προς έμενα κάθε νύχτα.
Ό σκουριασμένος σου χιτώνας σε τραβά στο παρελθόν.
Κι εσύ απελπισμένα με το μαστίγιο σου μαστιγώνεις
δέσμες αδάμαστων ενιαυτών πού σε μαστίζουν.
Ξυπνάω έντρομη. Τινάζομαι.
Η σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου είναι πάμφωτη
πνιγμένη σε κισσούς και πράσινα αόριστα πού κυματίζουν.
Απάνω τους φωλιάζουν πεταλούδες-κύκλωπες, μουγκά
τριζόνια,
τεράστια σκιά χιτώνα πού ανεμίζει, άρματα χρυσαφιά
με άλογα πού αλυχτούν σαν τα σκυλιά,
φριχτές συνάξεις. Πλήθη στρατιωτών πού σε ακολούθησαν,
με δόρατα και ασπίδες ματωμένοι,
κοόρτεις
αλλά και τα βαριά, μαρμάρινα αγάλματα,
και τα βαριά, μαρμάρινα επιτύμβια και λήκυθοι
πού σε περιστοιχίζουν,
την σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου διασχίζουν.
ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ
ΝΤΑΝΤΕ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΡΟΣΣΕΤΤΙ



Αρέσουν αυτές οι σποραδικές ανακατατάξεις

των ήμερων

όπως… μια στρατιά νυμφών πνίγεται στους βάλτους

ανεμίζοντας τα κίτρινα συναισθήματα των εξόδων

όπως… ανθοκόμος από στέρεο βίτσιο

μεταφέρει την γύρη σε ετεροθαλή…

επιμιξίες πού καταυγάζουν την όσφρηση. Δίκοχη

Αγία Μάγισσα Δίκοχη.

Δέντρο πού σείεσαι χωρίς οι

τροχοί του αέρα να σε βασανίζουν, μαραίνονται

συνεχώς τα ροζ τριαντάφυλλα στις κομβιοδόχες του φράκτη

τα πέταλα τους πέφτουν χωρίς αναμνήσεις και αναγεννούνται

…χτυπήματα του τηλεφώνου
μαύρου, θραύσμα αποθάρρυνσης, χωρίς.
Χτύπημα ερύθημα νεύμα αριθμητικό αξιοπερίεργη αίσθηση
αοράτων να αιωρούνται μικτά επίορκα.
Αρώματα μας παίρνουν
στα δάση, στα ποτάμια, εκτυφλωτικά.
Ιριδίζουν οι πανοπλίες
της Άνοιξης, τις ακολουθούν υπνοβάτες με ανεπίτρεπτο
όνομα: Μαραίνου, μαραίνου –
Μικτά επίορκα των αρωμάτων, προστριβές εκλάμψεις
σε λίμνες και στον μέγα Κόγκο με τις ιθαγενείς οσμές των
υπό μάλης.
Αποσυνδέονται οι αναρτήσεις των υφασμάτων.
Γιατί τα στόματα της ηδονής είναι τόσο παράδοξα.
Τίποτε πια σε σένα δεν με εκπλήσσει.
Για ένα μέλλον διαρκές σε χρόνο αόριστο ή στιγμιαίο.
Για έναν ίδιο, ωστόσο άλλον, ένα Βιργίλιο
με θεϊκή αποστολή για να σε σώσει.
(Από την συλλογή «Άλλοι», Κέδρος 1990)


ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ. Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1946 και ήρθε το 1964 στην Αθήνα, όπου σπούδασε δημοσιογραφία, και αργότερα αγγλική λογοτεχνία στο Λονδίνο. Στην Αγγλία έζησε συνολικά 5 χρόνια.
Συνεργάστηκε στη σύνταξη των λογοτεχνικών περιοδικών «Πρόσωπα», «Σήμα» και «Ρεύματα». Επίσης, συνεργάστηκε ως παραγωγός εκπομπών λόγου στην Ελληνική Ραδιοφωνία/ Τρίτο και Πρώτο Πρόγραμμα, καθώς και στην ΕΤ1.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και γαλλικά.
Βιβλία της: ΠΟΙΗΣΗ: «Στις εξόδους των πόλεων», Περγαμηνή, 1971, «Ακρυλικά», Πολυπλάνο, 1976, «Δυσαρέσκεια», Πλέθρον, 1984, «Άλλοι», Κέδρος 1990, «Βαθυέρυθρο», Νέο Επίπεδο, 2005.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: «Συνάντησέ την το βράδυ», Μικρή Εγνατία, 1979, «Ιβίσκοι, νάρκισσοι», Κέδρος, 1985, «Ξένοι στην πόλη», Κέδρος, 1993.

http://www.poiein.gr/archives/387


Η Νατάσα Χατζιδάκι εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017 σε ηλικία 71 ετών, ήταν μία από τις πιο διακριτές αλλά και διακριτικότερες φωνές της λεγόμενης γενιάς του ’70, της γενιάς της αμφισβήτησης. Γεννημένη στο Ρέθυμνο το 1946, ήρθε στην Αθήνα το 1964, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Η εσωτερική καταβύθιση, η οδύνη, ο έμφυλος στοχασμός μπροστά στον καθρέφτη της ζωής και του θανάτου ανιχνεύονται έντονα και διαρκώς στον στίχο της. Λυρική και ειρωνική, δαμάζει το σκοτεινό της ύπαρξης μετασχηματίζοντας το λιγοστό φως της σε στοχασμό. Από τον υπερρεαλισμό έως τη ροκ εκφραστικότητα και από το κινηματογραφικό cut μέχρι τη beat γραφή κινήθηκε σταθερά και σθεναρά πάνω στην ποίηση εντάσσοντας στον στίχο της τη γυναικεία καθημερινότητα και υπόσταση, χωρίς κατ' ουδένα τρόπο να δημιουργεί «γυναικεία ποίηση». Η τρυφερότητα και το τραύμα, η ελευθερία της γλώσσας και η προφορικότητα του λόγου της, οι νεολογισμοί, τα λογοπαίγια και οι εσκεμμένες ασυνταξίες της και τα φαινομενικά παράταιρα τοποθετημένα σημεία στίξεως, έτσι όπως διαπλέκονται με τη σκέψη και τον σαρκασμό της, δημιουργούν το πεισιθάνατιο τοπίο στην ποίησή της. Πολλές φορές καταφεύγει σε ένα γοητευτικό παιχνίδι χρήσης προσωπείων γνωστών γυναικών (Ντόροθι Λαμούρ, Άννα - Μαρία Πιεράντζελι, Μία Φάροου, Νάταλι Γουντ, Τζάνετ Λι) αναζητώντας ουσιαστικά θραύσματα του δικού της προσώπου. Η ποίησή της, όπως σημειώνει ο Αλέξης Ζήρας, «χαρακτηρίζεται από παράδοξη και αντιφατική εικονοπλασία, μέσω της οποίας άλλοτε σατιρίζονται και σαρκάζονται και άλλοτε μυθοποιούνται ή και εξιδανικεύονται τα αποσπασματικά βιώματα, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και η ψυχική περιπέτεια της σύγχρονης γυναίκας».
Σωματική, έμφυλη, στοχαστική. Η Νατάσα Χατζιδάκι, που έφυγε Τετάρτη, από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών, ήταν μία από τις φωνές της λεγόμενης γενιάς του ’70, της γενιάς της αμφισβήτησης. Γεννημένη στο Ρέθυμνο το 1946, ήρθε στην Αθήνα το 1964, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Αμέσως μετά, λόγω της δικτατορίας, κατέφυγε στο Λονδίνο, όπου σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και έζησε για πέντε χρόνια, συνεργαζόμενη με το BBC, μαζί με τον τότε σύζυγό της, ποιητή Μιχάλη Μήτρα, ο οποίος παρέμεινε στο πλάι της μέχρι την τελευταία της στιγμή. Με την επιστροφή τους στην Ελλάδα, η Νατάσα Χατζιδάκι εργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ εργάστηκε ως παραγωγός εκπομπών λόγου στο Πρώτο και στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, καθώς και στην ΕΤ1. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.