Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΠΟΤΕ

ΚΑΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΠΟΤΕ
(SOMEWHERE I HAVE NEVER TRAVELLED)


κάπου που δεν ταξίδεψα ποτέ, πρόθυμα πέρα
από κάθε εμπειρία, τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους:
στην πιο λεπτή σου χειρονομία υπάρχουν πράγματα που με περιβάλλουν,
ή που δεν μπορώ ν’ αγγίξω γιατί είναι πολύ κοντινά

το πιο ανεπαίσθητο βλέμμα σου εύκολα θα με απεγκλωβίσει
παρόλο που έχω κλείσει τον εαυτό μου όπως τα δάχτυλα·
ανοίγεις πάντα πέταλο−πέταλο εμένα καθώς η Άνοιξη ανοίγει
(αγγίζοντας επιδέξια, μυστηριακά) το πρώτο της τριαντάφυλλο

ή αν η επιθυμία σου είναι να με κλείσεις, εγώ
και η ζωή μου θα σφαλιστούμε πολύ όμορφα, ξαφνικά,
όπως όταν η καρδιά αυτού του λουλουδιού φαντάζεται
το χιόνι να πέφτει παντού με προσοχή·

τίποτα απ’ ό,τι μπορούμε ν’ αντιληφθούμε σε τούτο τον κόσμο δεν είναι
ισάξιο με τη δύναμη της σφοδρής σου ευθραυστότητας: που η υφή της
με συναρπάζει με το χρώμα των τόπων της,
προσφέροντας τον Θάνατο και το Για Πάντα με κάθε ανάσα

(δεν ξέρω τι είναι αυτό σε σένα που κλείνει
κι ανοίγει· μόνο κάτι μέσα μου καταλαβαίνει
πως η φωνή των ματιών σου είναι βαθύτερη απ’ όλα τα τριαντάφυλλα)
καμία, ούτε καν η βροχή, δεν έχει τόσο μικρά χέρια

http://frear.gr/
Πηγή: Edward Estlin Cummings, 33χ3χ33, Αθήνα, Νεφέλη, 2004, Μετάφραση, εισαγωγή: Χάρης Βλαβιανός


Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

ΠΟΙΗΤΙΚΗ








Το αόρατο εύκολα το βλέπεις, κι εγώ θα σας πω την αλήθεια:
στα νιάτα μου εξερευνούσα τον ουρανό με μάτι φανατικό,
μισό θυμός και μισό απορία ήτανε,
περιμένοντας ότι εξ ύψους αγγέλλεται η ημέρα και ότι
θα μου φανερωνόταν έτσι το ορθάνοιχτο του απείρου στόμα.

Στα χρόνια των ξεμυαλισμάτων, ακολουθώντας συμβουλές,
έφτασα να αποδείξω με έναν σκορπιό στη γλώσσα μου, ότι
εκτός από κάτι σκοτάδια δεν ανακαλύπτεις τίποτε άλλο και ότι
ίσως σου ζητήσουν να τα δοκιμάσεις μαζί με το κεντρί τους.

Με των ετών την πάροδο και μες σ’ ερείπια ψευδαισθήσεων
δοκίμασα κάτι ν’ αναλάμπει, να δακρύζει ο νους μου
πεπεισμένος για την πραγματικότητα, και μόνος έγνεψα ύστερα
ένα μεγάλο ναι με το κεφάλι σ’ ένα μεγάλο όχι.

Με ανίατη ασθένεια βρέθηκα στων ελεφάντων τον λάκκο
όπου άκουσα να λένε πως δεν ωφελεί καθόλου να μετράς
οστά χαμένα, όση ώρα το μοναδικό άγνωστο που υπάρχει
πηδάει, σαν ψύλλος, ανάμεσά μας.


Το αόρατο εύκολα το βλέπεις, κι εγώ θα σας πω την αλήθεια:
απλώς είναι απαραίτητο να απολυμανθεί το μυστήριο,
μακρός δε ο βίος με τις υποσχέσεις,
και βεβαίως μακρός με τους αθώους του ο βίος.


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Από 'να τρίλιο άκουσμα


σπαράζει πέλαγο η αγάπη μας απόψε
θαρρείς και τρέμουνε αγκαλιασμένα δυο νησιά
νυμφεύονται με κύματα με χέρια του νερού 
πετάνε τα βουνά τους στους αφρούς
ως τις ακτές τις ανθοδέσμες των βοτάνων
κι είναι φερούλης ο βοριάς στο πώς ακούγεται
από ’να λυπημένο καλοκαίρι μας
γυαλί σπασμένο φρέσκο
μη μείνει πνεύμα αξόρκιστο
και γω φωνή κλεισμένη μες στο σπίτι
κλαίω γελώ ή τραγωδώ δεν ξέρω
χωρίς εσένα δε μου φτάνει δεν μπορώ
που απόψε απ΄ όλων των ερώτων σου ορατό
μόνο το κίτρινο τ’ ατέλειωτο ψωμί μας
το φεγγάρι...

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, 148-154









Πολύ γε νὴ τὼ θεώ.
εἰ γὰρ καθοίμεθα ἔνδον ἐντετριμμέναι,
κἀν τοῖς χιτωνίοις τοῖς Ἀμοργίνοις
γυμvαὶ παρίoιμεv δέλτα παρατετιλμέναι,
στύoιvτο δ᾽ ἅνδρες κἀπιθυμoῖεv σπλεκοῦν,
ἡμεῖς δὲ μὴ πρoσίoιμεv ἀλλ᾽ ἀπεχοίμεθα,
σποvδὰς ποιήσαιvτ᾽ ἂν ταχέως, εὖ οἶδ᾽ ὅτι.


************************


Μα και τις δυο θεές,
το πράγμα τούτο ’δώ, νισάφι, παραπήγε!
Γιατί αν καθόμαστε στο σπίτι μέσα
ντυμένες-στολισμένες όλες μας στην τρίχα
και με πουκαμισάκια αμοργινά βολτάραμε
γυμνούλες όντας από κάτω
και με το δέλτα μας ωραία ξυρισμένο,
ε, θα πλάκωναν σαν ταύροι ντούροι οι άντρες μας
βαθιά να μας τον χώσουνε μουγκριώντας·
κι αν τότε δεν πηγαίναμε του λόγου μας κοντά τους –
μακριά τους αν θε να κρατιόμασταν, (τ’ ακούτε;)
σας λέω πως πιο σίγουρα από σίγουρα το ξέρω:
ειρήνη θε να κλείσουνε μεμιάς το δίχως άλλο.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ










Πόσοι και πόσοι μέσα στα νυχτερινά δωμάτια
Δεν τραβάνε με τα εύθραυστα χέρια τους
Τα μολυβένια να ισιώσουν σεντόνια;

Του εκκρεμούς το μάτι είναι τυφλό
Η μοναξιά
Κρέμεται απ’ το σπανιολέτο
Και το κλείστρο
Χτυπάει σα φτερούγα αγγέλου λαβωμένου

Όσοι δεν κοιμούνται περιμένουν
Περιμένουν τον άνεμο
Το τέλος περιμένουν του κόσμου

Αχ, και να η αυγή
Στα χρώματα βαμμένη του βατόμουρου:
Την απότομη ξαναπαίρνει η ζωή τη γεύση του αίματος



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

ΥΠΕΡΑΜΥΝΟΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ





Να αμυνόμαστε υπέρ της χαράς σαν νά ’ν’ προπύργιο
να την υπερασπιζόμαστε απ’ τα σκάνδαλα και τη ρουτίνα
από την αθλιότητα και τους αθλίους
από τις πρόσκαιρες τις απουσίες
μα και από τις μόνιμες ακόμα


να αμυνόμαστε υπέρ της χαράς σαν νά ’ναι ζήτημα αρχής
  και γενικός κανόνας
να την υπερασπιζόμαστε από αιφνιδιασμούς και εφιάλτες
απ’ τους ουδέτερους και απ’ τους εξουδετερωτές της
απ’ τις γλυκές τις ατιμώσεις
μα και από διαγνώσεις επικίνδυνες


να αμυνόμαστε υπέρ της χαράς σαν νά ’ν’ σημαία
να την υπερασπιζόμαστε από τις αστραπές και τη μελαγχολία
απ’ τους χαζοχαρούμενους κι από το σκυλολόι
απ’ τη ρητορική και τα εμφράγματα
μα και από ενδημικές και ακαδημαϊκές αρρώστιες


να αμυνόμαστε υπέρ της χαράς σαν νά ’ναι πεπρωμένο
να την υπερασπιζόμαστε από πυρκαγιές και πυροσβέστες
από αυτόχειρες αλλά και μακελλάρηδες
από τις θερινές τις διακοπές και την εξάντληση
μα και από την υποχρέωση να είμαστε χαρούμενοι μονίμως


να αμυνόμαστε υπέρ της χαράς σαν νά ’ναι βεβαιότητα
να την υπερασπιζόμαστε από την οξείδωση κι από τους ρύπους
από την περιώνυμη του χρόνου την πατίνα
από την υγρασία κι από τον οπορτουνισμό
μα κι από τους πάσης φύσεως προαγωγούς του γέλιου


να αμυνόμαστε υπέρ της χαράς σαν νά ’ν’ δικαίωμα
να την υπερασπιζόμαστε από θεούς και από χειμώνες
από τα κεφαλαία γράμματα και από τον μαύρο χάρο
απ’ τις επωνυμίες και τα κρίματα
της τύχης
μα και από την ίδια τη χαρά ακόμα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Η επάρκεια μιας σταγόνας










Θα ΄μαι κλειδωμένη
κι όταν θα πεθυμώ θάλασσα
θα μου ζωγραφίζεις μία μολυβένια σταγόνα
να βουτώ
να πνίγομαι
να βουλιάζω στο μαύρο του γραφίτη
να μην υπάρχει βυθός ή βράχος
ούτε ακτή κι ουρανός
μόνο ένα εκτυφλωτικό λευκό
και μία πιτσιλιά γλυκό μαύρο
και θα πρέπει να ντυθώ το αίμα μου
για να με ξεχωρίσεις
σαν μπεις αναπάντεχα στο δωμάτιο
κι έρθεις να με σώσεις
οδηγούμενος από την αλμυρή φωνή μου
που στάζει στο πάτωμα
αντηχεί στους τοίχους
υψώνει τη στάθμη της τρέλας μου
ως το ταβάνι της φυλακής μου
και ξεχειλίζει κάτω από το άνοιγμα της πόρτας
που υποκρίνεται πως με περιορίζει.

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

ΛΕΩ ΛΟΓΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ



Λέω λόγια μπροστά στον καθρέφτη.
Μερικές φορές πετούν και δραπετεύουν στον αέρα.
Άλλοτε πάλι αντιγράφουν τον καθρέφτη
και συναντάω δύο καθρέφτες ν’ αλληλοκοιτάζονται.
Μερικές φορές όμως
οι λέξεις μπαίνουν στον καθρέφτη.
Δεν έχουν μάθει οι λέξεις πώς ν’ αντανακλώνται
γιατί αντανακλώμαι σημαίνει διατηρούμαι έξω.
Η αντανάκλαση οι απαρχές είναι της απώλειας.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Όλα τα βράδια…


Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.
Τζόυς Μάνσουρ, 1928-1986(μτφ. Έκτωρ Κακναβάτος), “Κραυγές' (επιλογή), στον τόμο :δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου), Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1980

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Υπόγεια γέφυρα




My picture enjoys the Miracle of Existence in here:
https://letvent.com/2014/01/18/surreal-photos-created-with-food-v/



Αδέσποτοι ας πάμε μια βόλτα
και πεινασμένοι.
Είχα φυτέψει λίγο γνήσιο εαυτό
στη ρίζα μιας λεύκας
πριν πιάσουν οι καταιγίδες
πριν κατολισθήσουν τα χρόνια
πριν διοριστούμε 
στην επιχείρηση ελεγχόμενων εγχειρημάτων.

Θα σκάψουμε βαθιά.
Όχι σαν παιδιά
το απαλό βρεγμένο χώμα.
Όχι σαν εργάτες
υπό την επίβλεψη και πίεση του επόπτη.
Θα σκάψουμε 
έξω από βαρέα κι ανθυγιεινά ωράρια 
τη χειραγωγημένη, άγονη γη
τη στειρωμένη σαν κατοικίδιο,
παρά τη θέλησή της,
με τα παιδικά μας σχέδια
βαλσαμωμένα έμβρυα
μέσα στις σάλπιγγες της άτεκνης Μάνας,
σαν φωνές άφωνου ανθρώπου
αντηχώντας στο μυαλό του
εκατομμύρια σκέψεις Ανθοφορίας
δίχως όμως μία λέξη 
ν' ανθίζει στη γλώσσα του
να αναρριχηθεί ως τον απέναντι
να γεφυρωθούν οι ανάγκες
κι οι αλήθειες.

Θα σκάψουμε το σώμα μας 
ως την Ψυχή.
Εμάς περιμένει η σκαπάνη.

Μη μου δείχνεις τ' άκαμπτα χέρια σου
τα καλομαθημένα
που ξέχασαν να οργώνουν.
Η υπόγεια γέφυρα
ανέγγιχτη κουρνιάζει
σ' αναμονή ανοικοδόμησης
κάτω από τα δωμάτια της Ζωής μας,
απ' τα περιποιημένα σοκάκια
αυτής της πόλη,
κάτω από το ιδρωμένο δέρμα 
των επιστρατευμένων υπερωριών μας.

Αδέσποτοι ας ξεκινήσουμε
και πεινασμένοι.
Όσο μεγαλύτερη η Ανάγκη,
τόσο  μεγαλύτερη κι η Θέληση 
για το Θαύμα.


Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΟΣΜΟΣ Σ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ



Κόσμος σ’ ένα φιλί
Ο παίκτης με τις μπαγκέτες από λεπτοκαρυά ραμμένες στα μανίκια του
Καλμάρει ένα λεφούσι νεαρών λεοντοπιθήκων
Που σάλο ξεσηκώνοντας μεγάλο από το χείλος κατήλθαν της αβύσσου
Όλα εδώ θολώνουνε και βλέπω τη νυκτερινή διερχόμενη άμαξα
Να τη σέρνουν μεξικανικές αμφίβιες σαλαμάνδρες γνωστές ως αξολότλ με κάτι μπλε υποδήματα
Σπινθηροβόλα εμπασιά του δρόμου που οδηγεί όποιον τον τραβάει ντουγρού στον τάφο
Τον στρωμένο με βλέφαρα και με τις βλεφαρίδες τους
Των αντιποίνων ο νόμος έναν ολόκληρο λαό δεκατίζει αστέρων
Κι εσύ πας και μου στολίζεσαι με δρόσο μελανή
Ενώ τα τρομαλέα ορόσημα του νου
Με κόμες αμπελώδεις
Κατασχίζονται και δη κατά μήκος
Τη διάβαση ελευθερώνοντας στους πάλλευκους ερωδιούς
Που επανακτούν εξ εφόδου τη γειτονική μας λίμνη
Τα κάγκελα του θεάματος είναι ροδανισμένα θαυμασίως
Και μια εκεί επιμήκης άτρακτος επιμαρτυρεί απλώς του
ανθρώπου το φευγιό την απόδραση
Λίγο μετά το χάραμα στις επιφανείς μηδικές πόες σε κάτι περιώνυμα τριφύλλια
Η ώρα
Τώρα πια είναι κάτι λιανά απ’ τα χρυσά νομίσματα της αθιγγανίδος που κουδουνίζουνε
Με γιρλάντες καλλιόψειες
Μια ιππεύτρια στητή ολόρθη σ’ ένα άλογο καλπάζον σ’ έναν ψαρή απάνω διάστικτον με βόλια αδόκητης νεροποντής
Από μακριά οι βραχίονές της είναι πάντα σε έκταση
Ο κεκονιαμένος ρόμβος από κάτω μου θυμίζει
Το αντίσκηνο με τους γαλάζιους βίσονες
Που κεντήσανε οι Ινδιάνοι που ’χα στο προσκέφαλό μου
Έξω ο αέρας προβάρει χειρόκτια από βίσκο κοινώς γκυ
Πάνω σ’ έναν πάγκο καθαρού νερού
Κόσμος σ’ ένα φιλί κόσμος
Δικά μου τα όστρακα
Τα καύκαλα της μεγάλης ουράνιας χελώνας με κοιλιά υδρόφιλου
Που κάθε νύχτα στο αλώνι μάχεται του έρωτα
Με τη μεγάλη μαύρη χελώνα με τη γιγαντιαία των ριζών σκολόπεντρα

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΙΑ



Τα μάτια μου χωρίς τα μάτια σου δεν είναι μάτια – 
όχι! Είναι απλώς δυο μυρμηγκοφωλιές παρατημένες.
Και των χεριών μου οι άκρες, όσο δεν σ’ αγγίζουν, ξένες
μου φαίνονται αγκαθόβεργες στων πόνων τα δεμάτια.
Δεν έχω χείλη χωριστά απ’ την άλική σου εγκράτεια
που γλυκές καμπάνες με γεμίζει αλαφιασμένες·
οι σκέψεις μου μακριά σου, ως γολγοθάδες, υψωμένες
τους νάρδους κάνουνε τσουκνίδες, την καρδιά κομμάτια.
Το αφτί μου δεν γνωρίζω τί είναι δίχως τη λαλιά σου·
ο Βόρειος Πόλος δίχως το άστρο σου ορφανός θα μένει·
και δίχως τη φωνή σου εγώ φωνή έχω γυναικεία.
Ποθώ ν’ ακολουθώ τον άνεμο της ευωδιάς σου
και των πατημασιών σου την εικόνα τη σβησμένη
που ξεκινά μ’ εσένα και σ’ εμέ θα μπεί τελεία.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Καθώς βραδιάζει.......


.
.
Έρωτας δεν είναι
να ξυπνώ δίπλα σου.
Ο έρωτας δεν είναι στα λόγια,
στα λουλούδια, στα δώρα και
στα ποτήρια με κρασί.
Ο έρωτας είναι μικρή ελπίδα,
πως είμαι στις σκέψεις σου
πριν κοιμηθείς
και στο χαμόγελό σου,
όταν θυμηθείς
τις μέρες μαζί μου.
Ο έρωτας είναι,
όταν με πιάνεις από το χέρι
και βλέπω τον φόβο στα μάτια σου.
Ο έρωτας είναι ,
όταν με κουβαλάς μαζί σου,
όπου και να ‘σαι,
και διασχίζεις με τη σκέψη
χιλιάδες χιλιόμετρα
για φιλί Καληνύχτας.
Ο έρωτας είναι,
όταν κάνεις
κάτι ελάχιστο μόνο για μένα,
και μ’αυτό με κάνεις να κλαίω
από χαρά…
και ξέρω, ότι μ’ αγαπάς…
και ξέρω-
αυτό είναι ο έρωτας !


©Радост Георгиева
Μτφρ.: Δούμπα Μαρία

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΤΟΥΤΗ Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ



Ετούτη η σπασμένη καμπάνα
θέλει, μολονότι σπασμένη, να χτυπάει:
το μέταλλό της είναι πράσινο τώρα,
χρώμα της σέλβας έχει η καμπάνα,
χρώμα του νερού μιας λιμνούλας στο δάσος,
χρώμα της μέρας που φόρεσε φύλλα.
Μπρούντζος πράσινος σπασμένος
είναι τώρα πια η καμπάνα,
και όπως σε λήθαργο έχει πέσει,
περιπλοκάδες την περιπλέκουν
και το παχύ χρυσαφί του μπρούντζου
πήρε πλέον χρώμα βατραχί:
τα χέρια των νερών
και των γιαλών η υγρασία
δώσανε στο μέταλλό της το άπαν του πράσινου,
στην ίδια την καμπάνα εχάρισαν τη χάρη.
Ετούτη η σπασμένη καμπάνα
που τη λιμάρουν συνέχεια οι απότομοι θάμνοι
του ακατάστατου κήπου μου,
καμπάνα πράσινη, τραυματισμένη,
έχει κρύψει τις πληγές της στα χόρτα:
κανέναν δεν φωνάζει πιά και δεν καλεί κανέναν
νά ’ρθει στο πράσινό της κύπελλο
να πιεί τους ήχους της·
μόνο μιά πεταλούδα πετάει μιά στιγμή
πάνω απ’ τον πεταμένο της μπρούντζο
κι έπειτα φεύγει ανοίγοντας μακριά
τα κίτρινα φτερά τους.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Επιδερμίδα


Πειθήνια καθημερινή ενδυμασία
Είναι αδύνατο να διατηρήσεις αιωνίως
Την απαράμιλλη νεανική σου υφή
Πρέπει ν' αποτυπώσεις στις γραμμές σου
Το θυμό, τον ύπνο, το χαροκόπι·
Τα λιγοστά ανεπιθύμητα σημάδια
Αυτής της ακατάπαυστης
Ανεμοθύελλας που λέγεται χρόνος·
Πρέπει να παχύνεις και ν' ανοίξεις
Να μαραγκιάσεις, να σκληρύνεις και να σακουλιάσεις
Σαν ένα παλιό τσουβάλι
Με ξεθωριασμένη ετικέτα
Και να με συγχωρείς, που
Σαν ήσουν νέα, δεν μπόρεσα να βρω
Κάποιο γλέντι τρικούβερτο
Να σε φορέσω,
Όπως στα ρούχα επιτρέπεται
Μέχρι ν' αλλάξει η μόδα.


Φίλιπ Λάρκιν, άγγλος συγγραφέας και κριτικός σε θέματα μουσικής τζαζ, ο αγαπημένος ποιητής της γενιάς του (1922-1985).

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ


Ο άνεμος τρεκλίζει ενθουσιώδης φέρνοντας
φύλλα στα δέντρα του Πάρκου,
η χλόη είναι από ώρα ολόγυρα
στα τείχη του Κάστρου, τα πλοία
μπαίνουν στη σειρά από την αμμουδιά ένα-ένα
συστήνοντας τη Μεγάλη Αρμάδα.
Οργισμένη, απόκληρη είναι μια μέρα
που γυρνάει από το ψύχος
σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα
και προχωράει, και όλο θέλει. Μα εδώ
είσαι εσύ, εσύ η ασύνορη:
κι έτσι ο ακίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,
ο δυνάστης που μας στρώνει το κρεβάτι να πέσουμε
ζωντανοί να κοιμηθούμε.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΣΤΑΛΑ-ΣΤΑΛΑ






Και τώρα είμαι η σταγόνα του νερού,
αιώνες κι αιώνες πέφτω πάνω στο μάρμαρο,
ό,τι λέω έχει ήδη από άλλους λεχθεί,
το επαναλαμβάνω και το επαναλαμβάνω συνέχεια.
Να να τρυπήσω τη μάζα μια μέρας είναι το πεπρωμένο μου
και όχι να είμαι το αποτύπωμα, η τομή, το στίγμα,
λέξεις γνωστές σε όλους και κοινολεκτούμενες,
αλλά αυτό που έχει δραπετεύσει από την πέτρα:
άπειρος, διςσπαρμένος, ανέφικτος.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

ΨΑΛΜΟΣ


ΨΑΛΜΟΣ
(Σχέδιο 2 αφιερωμένο στον Καρλ Κράους)

Είναι ένα φως που το έσβησε ο άνεμος.
Είναι ένα καπηλειό που το εγκαταλείπει
Κάποιος μεθυσμένος στο δείλι.
Είναι ένας αμπελώνας καμένος και μαύρος
Με τρύπες όλο αράχνες.
Είναι ένας χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα.
Ο τρελός πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες
Του Νότου,
Για να υποδεχτεί τον θεό Ήλιο. Κάποιος χτυπά
Τα τύμπανα.
Οι άντρες χορεύουν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς μες σε
Περικοκλάδες και άνθη της φωτιάς,
Όταν τραγουδά η θάλασσα.
Ω, ο χαμένος μας παράδεισος.
Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση.
Θάβουν τον ξένο. Και τότε αρχίζει μια βροχή
Μαρμαρυγής.
Ο γιος του Πάνα εμφανίζεται με τη μορφή ενός
Χωματεργάτη
Που αποκοιμιέται το μεσημέρι πάνω στην
Πυρωμένη άσφαλτο.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή ντυμένα με
Φουστανάκια σπαραξικάρδιας φτώχειας!
Είναι κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σ’ έναν
Τυφλωμένο καθρέφτη.
Στα παραθύρια του νοσοκομείου ζεσταίνονται
Αυτοί που αναρρώνουν.
Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει
Αιματηρές επιδημίες.

Αθόρυβα ανοίγουν πάνω από τον Τόπο του Κρανίου Τα χρυσαφένια μάτια του Θεού
BIBLIOTHEQUE.GR

ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ



Υποκρίσου
Πως είσαι η άνθινη σκιά των λουλουδιών
Που κρέμονται την άνοιξη
Η μέρα η πιο σύντομη του έτους και η νύχτα η εσκιμώα
Η αγωνία των οραματιστών του φθινοπώρου
Των ρόιδων το άρωμα το σοφό έγκαυμα της τσουκνίδας
Άπλωσε διάφανα βαμβακερά
Στων ματιών σου το ξέφωτο
Δείξε τις λεηλασίες της φωτιάς τα εμπνευσμένα τους έργα
Και τον παράδεισο της τέφρας της
Το αφηρημένο φαινόμενο
Που παλεύει με τους δείχτες του εκκρεμούς
Τις πληγές της αλήθειας τα άκαμπτα κηρύγματα
Τον εαυτό σου δείξε
Μπορείς να εξέλθεις με μιάν εσθήτα κρυστάλλινη
Το κάλλος σου διαρκεί και συνεχίζεται
Τα μάτια σου στάζουν δάκρυα θωπείες χαμόγελα
Τα μάτια σου δεν έχουν μυστικό
Δεν έχουν όρια.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Τίποτε καινούργιο


Καλώς ήλθες φθινόπωρο
Από όλες τις εποχές του χρόνου
Μόνο εσύ τόσο μας καταλαβαίνεις
Ο ήλιος από το Σεπτέμβρη δεν ευκαιρεί
Κοιτάζει ανοιχτά μόνο το συμφέρον του
Κι αποτραβιέται σε άλλους ουρανούς και πέρα κόσμους
Καταμετρά τις ασθενικές αχτίδες του συνοφρυωμένος
Πίσω από το μεσοπέλαγο όπου τορπιλίστηκε το σεληνόφως
Και κουνά επικριτικά το κιτρινισμένο του δάχτυλο
Αν ικετεύσουμε στο πρόωρο ηλιοβασίλεμα
Λίγο φως ακόμη
Τα γκρίζα της βροχής σύννεφα
Και το απογευματινό μεγάλωμα της νύχτας
Είναι το δικό μας πρόσωπο το θλιμμένο
Βαθιά σημαδεμένο από τις υψηλές θερμοκρασίες που προηγήθησαν
(πάγωσαν στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού τα χαμόγελά μας)
Κι από τους κρύους που έπονται χειμώνες
(το χιόνι θα κάψει τις βαρκούλες
τ’ άσπρα καράβια που αρμενίζουν
μέχρι και την τελευταία σανίδα σωτηρίας)
Καλώς ήλθες φθινόπωρο
-κι εσύ ακόμα ήλιε με τα δόντια!-
Από όλες τις εποχές του χρόνου
Μόνο εσύ τόσο μας καταλαβαίνεις
Πού καιρός να δούμε εμείς τον κόσμο
Μέσα από τα ευάλωτα μάτια μας
Υπάρχει κίνδυνος στ’ αλήθεια να εκτεθούμε
Στα μεταίχμια της παγωνιάς και του θέρους
Να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι
Πως είμαστε μια ξέφρενη τροχιά
Που χρόνο με το χρόνο φθίνει
Γύρω από έναν άγνωστο πλανήτη
Κι ο κλειστός κύκλος της αλλαγής των εποχών
Τίποτε καινούργιο στη γη δε θα φέρει
Lucifugo, a diavolo in corpo

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Το δις εξαμαρτείν







My picture is hunting its shadow in here:
http://www.magic4walls.com/wallpaper/floating-girl-flying-in-fire-46734.html





Σκύβαμε στην όχθη
οι φτέρνες διψούσαν πιο πολύ για νερό
γδαρμένες γλώσσες
σε ένα φλύαρο λαχάνιασμα
φυγής.
Ο δρόμος
όταν φεύγεις
ποτέ στρωμένος,
πάντα γεμάτος χαλίκι κι αγκάθια.
Σαδιστικά μαστιγώνει το βήμα σου
αναγκάζοντάς σε να ομολογήσεις.
Θα το ξανάκανες το ταξίδι
ή εύχεσαι να είχες μείνει
στην αχυρένια καλύβα σου;
Λύκος δεν υπάρχει.
Εσύ κυνηγάς τον εαυτό σου
εσύ χτυπάς από έξω τις πόρτες
εσύ κρύβεσαι μέσα
εσύ πλησιάζεις το μούτρο σου στο τζάμι
εσύ το σκας από το πίσω παράθυρο
και παίρνεις και το δολοφόνο σου μαζί.
Είναι που είσαι συντροφικό ον
και δυαδικός
σαν δίδυμα γεννημένος
με μία σκιά
που άγρια σε καταδιώκει
κάθε φορά που ομολογείς
πως κατ' επανάληψη καις το καλύβι σου
και ξανακάνεις το ταξίδι
που κόστισε εκατομμύρια αστέρια
πολύτιμου ουρανού σου
και εξαιτίας του πλέον,
τυφλός, κινδυνεύεις
στον ορατό κόσμο
με μόνη ανάπαυλα
τη στιγμή που σκύβεις στην όχθη
ποτίζοντας τη σπίθα της Ψυχής σου
κι αναγνωρίζοντας τον εαυτό σου
στο καθρέφτισμα της σκιάς
που αναδύεται απ' το νερό
που φουσκώνει.

http://pavlidoykakia.blogspot.gr/

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΕΤΡΟΧΕΛΙΔΟΝΟ








Πετροχελίδονο με φτερά ανοιγμένα διάπλατα που γυροφέρνει το σπίτι και φωνάζει τη χαρά του. Έτσι είναι και η καρδιά.


 Αποξηραίνει το αστροπελέκι. Σπέρνει στον ξάστερο ουρανό. Το χώμα σαν αγγίξει, σκίζεται, σκίζεται.


 Η ατάκα του — το χελιδόνι. Δεν γουστάρει οικειότητες. Τί αξίζει δαντέλα για περιλαίμιο;


 Το διάλειμμά του είναι μι’ ανάπαυλα στην πλέον ερεβώδη γούβα μέσα. Κανένας δεν περνάει πιο στενόχωρα από τούτο.


 Στο φέγγος το μακρύ τού θέρους ξαμολιέται μέσ’ απ’ τις περσίδες τού μεσονυκτίου και ψαλιδίζει τα σκοτάδια.


 Δεν είναι μάτια να το συγκρατήσουνε. Φωνάζει, και τούτη είν’ απλώς όλη κι όλη η παρουσία του. Λεπτόκαννο ντουφέκι θαν το ρίξει καταγής. Έτσι είναι και η καρδιά.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search?updated-max=2017-09-08T00:00:00%2B03:00&max-results=15

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΓΛΩΣΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΛΗ









Δεν έχουμε γλώσσα για τα τέλη,
για την πτώση του έρωτα,
για τους συμπαγείς της αγωνίας λαβύρινθους,
για το φιμωμένο σκάνδαλο
των αμετακλήτων καθιζήσεων.


Πώς να το πεις σε όποιον μας εγκαταλείπει
ή σε όποιον εμείς εγκαταλείπουμε
που η πρόσθεση επί πλέον απουσίας στην απουσία
είναι των ονομάτων όλων πνιγμός
και ανέγερση τειχών
γύρω από την κάθε εικόνα;


Και πώς να κάνεις σινιάλο σ’ οποίον πεθαίνει,
όταν όλες οι χειρονομίες έχουνε πια ξεραθεί,
οι αποστάσεις συγχέονται σ’ ένα χάος απρόβλεπτο,
όσα είναι δίπλα σου καταρρέουν σαν άρρωστα πουλιά
και του πόνου το στέλεχος
σπάει σαν του σακατεμένου αργαλειού
τη σαΐτα;


Ή πώς να μιλήσει ο καθείς στον εαυτό του
όταν τίποτα, όταν κανένας πια δεν μιλάει,
όταν τ’ αστέρια και τα πρόσωπα
είναι εκκρίσεις ουδέτερες
σ’ έναν κόσμο μέσα που έχει χάσει
τη μνήμη του πως είναι κόσμος;


Ίσως μια γλώσσα για τα τέλη
ν’ απαιτεί την πλήρη κατάργηση των άλλων γλωσσών,
την ατάραχη σύνθεση
των καμένων γαιών.


Ή ίσως και να δημιουργεί μια ομιλία με διάκενα,
που επανενώνει τους ελάχιστους χώρους
τους διάσπαρτους μεταξύ σιωπής και λόγου
με τα άγνωστα και άνευ ορέξεων σωματίδια
που μόνον εκεί διαλαλούν
την έσχατη ισοδυναμία
της εγκατάλειψης με το συναπάντημα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/search?updated-max=2017-09-07T00:00:00%2B03:00&max-results=15





Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΕΧΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ





Φύρερ Πογκλάβνικ απαράμιλλε στην ιταμότητα Ντούτσε
  Κοντουκατόρ Καουντίλιο
θεριά από τσιγαρόχαρτο που φάγατε
  μηδέν ασυνήθιστο
με βουλιμία μεγάλης αμαξοστοιχίας
αν και αγνοούσατε συλλήβδην την ταχύτητα
  σκυλόδοντα της Ιστορίας
τενεκέδες από μιλιταριστικά /ας πω κ’ εγώ την ψευτολέξη/
  απωθημένα
  ο θάνατος ωστόσο σας απαλαίνει
με παράσημα-λειχήνες απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ
  διωγμένους από έμορφους στίχους και παρηχήσεις
με λάθη παχύδερμα καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας
  κι ωστόσο μοιραζόσαστε την ανυπαρξία
με άλαλον Ιησού με Βούδδα με Σωκράτη με όλους
  τους ακράτητους πεθαμένους
ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα στα γιγαντόσωμα.
  Η μουσική σας υπήρξε υδροπλάνο
νεκρώσιμη ακρίδα οπού ασθμαίνει ακόμη
  στα μετεωρολογικά δελτία.
Σοπράνο η φιλοδοξία στο σημαιοστόλιστο σεργιάνι.
Σήμερα είναι ήδη χτες του πληχτικού σας μέλλοντος
  ναυτίλος η ενόραση και οι τένοντες
τα ανατομικά πεντάγραμμα του αρθριτικού μου απείρου.


Από την ποιητική συλλογή: «Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα» (1980).
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα, Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 84.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ






Όταν ανοίγω στα πράγματα την πόρτα του εαυτού μου:
ποιός μου κλέβει το αίμα, το είναι, την πραγματικότητά μου;
Ποιός με σπρώχνει στο κενό
όταν ανασαίνω; Ποιος είναι
ο δήμιός μου που μένει μάλιστα μέσα μου;


Ω Χρόνε! Ω όψη εσύ πολλαπλή.
Όψη πολλαπλάσια του εαυτού μου.
Βγες έξω από τις ρίζες της μουσικής. Βγες έξω
από τον θρήνο μου. Ύψωσε το γελαστό σου προσωπείο.
Περίμενέ με να σε φιλήσω, κάλλος εσύ σπασμωδικό.
Περίμενέ με στην πύλη της θάλασσας. Περίμενέ με
στο πράγμα εκείνο που αιώνια αγαπάω.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ

Γυρίζοντας σπίτι, με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη! Το βιβλίο της φίλης ποιήτριας Κυριακής Λυμπέρη!
Ευχαριστώ θερμά και εύχομαι πάντα εμπνεύσεις!

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Γιάννης Γκούμας, Ποιήματα



Ο αληθινός μου εαυτός θα είναι όταν πεθάνω.
Παρμένος από μια ζωή αφόρητη
στην πραγματικότητα. Δυσκολεύτηκα να την ανεχθώ,
αλλά δεν το βάζω κάτω, την θεώρησα
ότι άξιζε, άξιζε τουλάχιστον να βάλω το μυαλό μου
σε δοκιμασία. Η κάθε μέρα
μελανιάζει τις φιλοδοξίες και τις αρετές μου.
Οι στιγμές ξεχειλίζουν από ετερότητα.
Όπως ένα κερί λιωμένο από τη φλόγα του
είναι όσο καλύτερα μπορώ να περιγράψω τη ζωή μου.

28.7.17
`
*
Η νεαρή Μαρία που μένει απέναντι
ακουμπάει στο κιγκλίδωμα του μπαλκονιού της,
τα μαλλιά της δύο ξανθοί καταρράκτες
εκατέρωθεν του προσώπου της, λυκόφως
στα μάτια της, και οι γλουτοί της
να αντικαθρεφτίζονται στη τζαμόπορτα.

Αν αναμένει μια άφιξη
θα είναι το γατάκι στον κήπο
που της νιαουρίζει λαχταριστά.
Τούλινος άνεμος ντύνει τα πυκνόφυλλα
δέντρα, η χορωδία των τζιτζικιών
υπερακοντίζει όποιο άλλο ρυθμό.

Αυτήν την ώρα οι κλειστές κουρτίνες
των σπιτιών κάνουν θέατρο σκιών
όσους μένουν μέσα. Συνειδητά ή ασυνείδητα
έχουν την ανυπαρξία από κοινού.
Το χάρισμα είναι να είσαι ζωντανός
για τα ναι και όχι του αύριο.
Όσο για μένα, να σφιχταγκαλιάζω έχω μόνο τον αέρα.
Πάνε οι μέρες που μια σάρκα αρωμάτιζε
τα άδεια χέρια μου.

30.7.17

`
*
1.
Το μεταναστευτικό μου μυαλό, δώρο DNA,
δίχως οδηγίες χρήσεως.

2.
Πάω στο κρεβάτι με μένα, σηκώνομαι με μένα,
αντισυλληπτικό χάπι η μοναξιά μου.

3.
Η μύτη μου είναι πιο φιλοσοφική
από το στόμα μου. Παίρνω πάντα χαμπάρι
ποιος προσπαθεί να μου τη φέρνει.

4.
Η μπροστινή πόρτα δεν στρίβει ούτε
για αφίξεις ούτε αποχαιρετισμούς.
Και δεν εκπλήσσομαι που τα κλειδιά
με κοροϊδευτική διατύπωση κλειδώνουν.

5.
Όταν με φίλησε στο στόμα
και την γλώσσα μου πέρασα πάνω του,
κατάλαβα ότι η δίαιτά μου έχει αλλάξει.

6.
Για τη νύχτα ένα χασμουρητό
σαν ασθενοφόρο
για τις ονειροπολήσεις μου.

7.
Δεν έχουν τίποτε νόμιμο τα αισθήματά μου.
Ακυρώθηκαν την ημέρα που γεννήθηκα.
Περνώ την ώρα μου προσπαθώντας να νομιμοποιήσω
συναισθήματα, αισθήματα και ένστικτα σε χαρτί.

8.
Ο πατέρας μου από τις Σπέτσες και την Άνδρο,
η μητέρα μου από την Ιθάκη,
κι εγώ «ποιητική αδεία».
29.6.15

9.
Αυτό το ρολόι χειρός που μου άφησε ο πατριός μου
(ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του),
κάθε μέρα το κουρδίζω. Δεν θέλω
να σταματήσει να του λέει την ώρα.
30.6.15
`
*
ΠΑΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΜΕΡΑ

Βροχή καρυκεύει τη βραδιά.
μια κρύα μέρα – από κάθε άποψη –
έφτασε στο τέλος.
Το θερμόμετρο στον τοίχο καυχιέται
για τους είκοσι βαθμούς Κελσίου
(στο διάολο η χρηματαγορά!).
Ρίχνοντας μια ματιά γύρω
αντιλαμβάνομαι με πόνο
τι ανυπαρξία που είναι η μοναξιά.
Και πώς την διατυπώνεις;
Κοιτάζοντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη;
Λες εις υγείαν στη σκιά σου;
Κάνεις πάλι ντους;
Μπορεί το νερό να σβήσει τη δίψα του κορμιού;
Ούτε η ποίηση ούτε η μουσική την κατευνάζουν.
Να καταφύγω στο σύστημα Μπράιγ
μήπως και νιώσω κάτι;
Γεννήθηκα από ένα αυθόρμητο κενό για να ζω
αποκομμένος από πράγματα και φίλους.
Γι’ αυτό είμαι ένας υπέροχος ηθοποιός!

30.1.15
`
*
Ποίημα

Το μυαλό μου είναι ένας εκπατρισμένος τρόπος ζωής.
Η κάθε μέρα είναι προσκύνημα για το οποίο
το ρολόι ρυθμίζει την παραπλήσια στιγμή. Ο ήλιος αφήνει
σουρεαλιστικά μοτίβα στο έδαφος. Χορογραφεί την διαδρομή μου
τη συνοδεία το βουητό της αύρας (λέω ότι οι ουρανοί
θα έλιωναν αν έτρεφα ελπίδες για μεταθανάτια ζωή!).
Οι λέξεις παρασύρονται στα ποιήματα που γράφω.
Περιέχουν πολλά που δεν έχω ή που δεν χρειάζεται
να μεταφέρω (κάποιος είπε κάποτε ότι εκπορνεύω
την ποίησή μου!). Ξεντύθηκα από ελπίδες, όπως
βγάζω τα ρούχα μου. Τις προσευχές τις έχω στη ναφθαλίνη,
ίσως μια μέρα να είναι στη μόδα και πάλι. Τι χρειάζομαι να με ανεβάσει
είναι για κάποιον να έρθει και να αγγίξει τη μοναξιά μου. Τυχόν ήχους ακούσω
είναι σαν λόγια εσπεράντο. Έχω βρει έναν τρόπο
να λέω ναι στο όχι. Αν κάποιο ποίημα που γράψω
πιέσει τα χείλη του σφιχτά και πιο σφιχτά,
καλύτερα θα ήταν να είμαι μαριονετίστας.

6-7.1.17
http://www.poiein.gr/archives/37161/index.html#more-37161

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Μην ομιλείτε εις τον οργασμόν



o-SHUNGA-900
Τρέχεις υπάκουη γδυτή έως αργά τη νύχτα
Μεταξωτό εσώρουχο φοράς ή τίποτε
Όλο μες στο άδειο καύκαλο χελώνας ψάχνω
Εγώ ο διαλεκτικός
Μες στο βρακί που ξέσχισε
με τα γαμψά της νύχια η επανάσταση
Σφήκες σερσέγκια ερπετά
Εγώ ο φυσιοδίφης σου
με τη βαριά ασπίδα και τη σάρισα
με τη λαβίδα που μαγκώνει τα ιδιότροπα χειλάκια
Εγώ που πάω κατά πάνω στα δυσοίωνα μηλίγγια
βλαμμένων ποιητών και συνηγόρων
μέλλοντος παλαιού και σκουριασμένου
Αχ! ως και η μανούλα μου
μού λέει
να πάψω να ομιλώ εις τον οργασμόν
Μα, σαν κυνηγώντας την κορφούλα του φασκόμηλου
σαν το μελίσσι όλος πρησμένος απ’ τη γύρη
Τόση ανθισμένη πια φθορά στα δάχτυλά μου
Έρως της απληστίας και του βάραθρου
Έρως Οιδίπους χορτασμένος
τυφλότητα και ποδοβολητό
από καταβολής αστέρων και τριγμών
Έρως μαλακοκαύλης
Έρως της Νάουσας μια νύχτα σε φλοκάτες
-γύφτοι και όχι πεζικάριοι Μακεδόνες-
Με κόκκινη τήβεννο εγώ και χρυσοκέντητο καπέλο με φτερό
μίλησα εις τον οργασμό τον περιώνυμο
Φορούσες τα καλτσάκια σου μονάχα, εσύ
κι έβγαινε αυτή η πιλάλα σου η ακρότατη
Ζέστη σπειροειδής απ’ την αφράτη κόμη των σκελιών σου