Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΑΘΑ



Σ’ αγαπούσα. Αγαπούσα την όψη σου: πηγή σκαμμένη απ’ τ’ ανεμομπόρια και τη γραφή του υποστατικού σου, ψηφίο που έζωνε τα φιλιά μου. Ορισμένοι δείχνουν εμπιστοσύνη σε κάποια φαντασία στρογγυλή, περιγλάφυρη. Εμένα μού αρκεί απλώς το πήγαινε. Ξεκουβάλησα από την απόγνωση ένα καλαθάκι τοσοδά μικρό, αγάπη μου, που μπόρεσαν και τό ’πλεξαν με λυγαριά.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Λεμύθου


Τα σπίτια απορροφούνται αργά από το βαθύ τοπίο.
Η κοιλάδα βουλώνει στόμια σιωπής
με θροΐσματα τους δάσους 
-ακούγεται μόνο
η τρομαχτική του μέλλοντος
κραυγή μας
.
Κάθομαι σχεδόν πάνω στο κλήμα
όλα πέφτουν
εκτός από μένα
Μπροστά μου
σε απόσταση χιλιάδων ετών φωτός
οι ουρές μεγαλοπρεπών αστεριών
καίνε τις βουνοκορφές.
Το υπερμεγέθες χέρι μου
κατασβήνει τις φωτιές
Ο λαβύρινθος του ορίζοντα
με καλεί αλλά πρώτα μου ζητά
να γράψω μια αληθινή ιστορία
Για μια στιγμή
παύω, εξαφανίζομαι
όταν από μέσα μου
- για να εισχωρήσει ένας κόκκος φωτός
εκρέει ορμητικά
μια δέσμη
πυκνού σκοταδιού

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Ένα μάθημα σχεδίου


Ο γιος μου έσπρωξε
την παιδική παλέτα του μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω ένα πουλί.
Βούτηξα το πινέλο μου στο γκρι
σχεδιάζοντας ένα τετράγωνο με κλειδαριές και σίδερα.
Τότε με γουρλωμένα μάτια είπε:
«…Μα αυτό, Πατέρα, είναι μια φυλακή,
δεν ξέρεις ένα πουλί πώς ζωγραφίζεται;»
Και του απάντησα: συγγνώμη, γιε μου
έχω ξεχάσει τα σχήματα των πουλιών.
Ο γιος μου έσπρωξε
το μπλοκ ζωγραφικής μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω τον ανθό του σιταριού.
Κράτησα την πένα,
του σχεδίασα ένα όπλο.
Tότε με ύφος κοροϊδευτικό με ρώτησε:
«Μα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
ένα όπλο απ’ το σιτάρι;»
Και απάντησα: «Άκουσε, γιε μου,
κάποτε γνώριζα το σχήμα του σταριού
και τη μορφή του καρβελιού
κι ενός τριαντάφυλλου την όψη.
Μα τώρα ο καιρός δυσκόλεψε
τα δέντρα του δάσους προσχώρησαν στην πολιτοφυλακή
κι η εξουθένωση τύλιξε το τριαντάφυλλο.
Τώρα οι μέρες αρματώθηκαν
το σιτάρι οπλοφορεί
το πουλί οπλοφορεί
η κουλτούρα οπλοφορεί
η θρησκεία οπλοφορεί
και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα καρβέλι ψωμί
χωρίς να βρεις ένα όπλο στην ψίχα του
και δεν μπορείς να κόψεις ένα τριαντάφυλλο
χωρίς να σου πεταχτούν αγκάθια στο πρόσωπο
και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα βιβλίο
χωρίς να εκραγεί στα δάχτυλά σου».
Τότε ο γιος μου κάθισε στου κρεβατιού την άκρη
ζητώντας μου να απαγγείλω ένα ποίημα,
κι ένα δάκρυ μου ξαφνικά ρίχτηκε στο μαξιλάρι.
Πήγε και το ‘γλειψε να το γευτεί
κι ύστερα είπε:
«Μα αυτό είναι δάκρυ, Πατέρα, όχι ποίημα!».
Και του αποκρίθηκα αμέσως:
«Όταν μεγαλώσεις, γιε μου, και γνωρίσεις
την ιερότητα της αραβικής ποίησης
θα δεις πως η λέξη με το δάκρυ βγαίνουνε αδέρφια
και πως το ποίημα δεν είναι παρά δάχτυλα που στάζουν.
Και τότε ο γιος μου
έσπρωξε όλες τις μπογιές μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω μια πατρίδα γι’ αυτόν.
Το πινέλο τρεμούλιασε στο χέρι μου
και εγώ βούλιαξα, κλαίγοντας.
Nizar Qabbani
Σύριος ποιητής..
μτφρ: Σαμσών Ρακάς
http://1-2.gr/2017/08/18/ena-poihma-toy-syrioy-poihth-nizar-qabbani-

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Εικόνισμα της χάρης σου


nif
Ο άνθρωπος τη νύχτα είναι πιο αθώος. Αν ορίσουμε ως αθωότητα το πεδίο δράσης των ηδονών. Είναι πιο ευάλωτος στις σκόρπιες στάχτες της παρηγοριάς, βάζοντας βαθμό μηδέν στη νορμάλ συμπεριφορά που υπέδειξε υπό το φως του ήλιου. Ο πόνος, η χαρά και το φεγγαράκι μοσχαναθρέφουν ευαισθησίες. Μια θεμελιακή αμφιβολία πολιορκεί την αρχή της πραγματικότητας, τείνοντας να υποκλέψει απ’ τις παρούσες μορφές της ζωής τον δεσποτικό χαρακτήρα με τον οποίο επενδύονται. Εγώ θα σε κυριεύσω εαυτέ μου και θα σε σώσω απ’ τη σύγχυση κι απ’ την χαραδροειδή σου μελαγχολία. Εγώ τη νύχτα θα σε ξαναπλάσω μακριά απ’ τη στερεομετρία των ήχων του βιοπορισμού. Μακριά απ’ τις πρωτεΐνες και τα εορτολόγια. Κοντά εκεί στο συμμαζεμένο ερωτόπληκτο μεσονύχτι. Κοντά στο ειδύλλιο των φόβων και στο χαλαρό σώμα που χωρίς έπαρση ζητά να μεταμορφωθεί σε αυτό που δεν το αφήνουν να είναι.

[Ομολογία πίστεως]


Ο αέρας είναι γεμάτος λέξεις. Μια παρωδία της απόλυτης μοναρχίας της φύσης και των πραγμάτων.
Μες στα αόρατα σπλάχνα του περιφέρεται οξυγόνο και άζωτο. Η αναπνοή μου είναι μια αργή μορφή δηλητηρίασης και ξέρω πως αναπνέοντας για πολύ καιρό θα πεθάνω.
Ξέρω όλες τις αλήθειες που σωρεύονται στα πτώματα και στις άπειρες ερωτικές πράξεις των πλασμάτων γύρω μου.
Ξέρω τα πάντα αφού είμαι ένα κομμάτι ενδιάμεσης ζωής, έτοιμος να γευτώ τις ακαθαρσίες όλων των αόρατων νεκρών.
Ξέρω πως αλωνίζουν οι μύγες τη γλύκα ενός αιδοίου που λιάζεται.
Μέσα στη φτερωτή των εποχών ξέρω κάθε γρανάζι που στα μάτια των ανθρώπων αλωνίζει τη σάρκα και το μυαλό.
Ξέρω πως ορμάει η φλογερή νεότητα στη συνουσία και ξέρω τον Πρίαπο που έβγαλε τη χλαμύδα του για να ορθώσει την επιθυμία του ονείρου του και να σφηνώσει μες στους πολεμοχαρείς αδένες της φθοράς σπέρμα και ένστιχτο και μη θεϊκή δημιουργία.
Ξέρω γιατί οι σαλιγκαροφάγοι της Ζανζιβάρης δεν γουστάρουν τον πολιτισμό, δηλαδή τη βαρβαρότητα που προσφέρει η χαρμόσυνη βία των δυτικών.
Ξέρω γιατί η σπηλιά της Λούρδης είναι γεμάτη δεκανίκια κι ο πόθος των ανθρώπων γιατί είναι μουσκεμένος από αίμα.
Γερασμένοι μπαίνουμε στις αμμουδιές του ονείρου και αναδυόμαστε ως ολόδροσοι έφηβοι, καυλωμένοι από πανάρχαιους καιρούς έχοντας τις τραχηλιές μας στολισμένες με νεκρολούλουδα.
Ξέρω τους μύθους που έχτισα μέσα στους αιώνες ακούγοντας το σφυγμό των νυμφών, βλέποντας την Ήρα να βουτά κάθε χρόνο στην Κάναθο για να επανακτήσει την παρθενιά της.
Ξέρω πως το θεϊκό είναι επινόηση της βόρβορης φύσης μου και του φαλλού μου που βγήκε νικητής μες απ’ τα θανάσιμα πολικά στρατοσφαιρικά νέφη, παράγοντας μια δίνη ζωής και μια αιωνιότητα μεταξύ πάγου και ανέμου.
Ξέρω πως με θρέφει το χώμα και το νερό. Οι αγελάδες και τα γουρούνια.
Ξέρω πως οι μάγισσες όλων των εποχών ήταν οι μανούλες μου που προσπαθούσαν να με κρατήσουν ζωντανό και καυλωμένο μακριά απ’ τα δόντια των επισκόπων.
Ξέρω πως το γραφείο της Ιεράς εξέτασης στο Βατικανό έκλεισε το χίλια εννιακόσια εξήντα οχτώ και ξέρω πως είμαι άπατρις και άθρησκος και ξέρω πως η κοινή φυσική μας γλώσσα είναι η γλώσσα του γαμησιού.
Και ξέρω πως ετούτο εδώ το ανθρώπινο ποτάμι επεκτείνεται, κυριαρχεί και παρακμάζει με τη δειλή και απότοκη πράξη της γραφής να μηρυκάζει τις παραποτάμιες καταστροφές του.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ποθώ το στόμα σου


Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου ,
Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει ,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα ..
Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο ,
Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού ,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου ,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου
σαν ολόκληρο αμύγδαλο .
Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα
που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου ,
Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου ,
θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά
απ τα ματόκλαδα σου .
Και περπατώ πεινασμένη
οσφραινόμενη το λυκόφως ,
Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά ,
όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

[Οικοκυρικά]


Η πρώτη ύλη μας είναι το χρήμα. Η σπλήνα μας είναι χρήμα. Τα νεφρά μας είναι χρήμα. Τα χείλη μας με τα μικρούλικα χνουδωτά βρύα είναι χρήμα. Τα γεννητικά μας όργανα είναι χρήμα. Τα έμμηνα είναι χρήμα. Οι εμμονές είναι χρήμα. Τα δάκρυα είναι χρήμα. Τα βυζιά είναι χρήμα. Υπάρχει όμως κάτι το απροκάλυπτα λαθεμένο σ’ αυτή καθεαυτή την έννοια του χρήματος. Χρειάζεσαι όλο και πιο πολλά χρήματα για να αγοράσεις όλο και πιο λίγα πράγματα. Το χρήμα είναι σαν την πρέζα. Η δόση που σε φτιάχνει τη Δευτέρα δε σε φτιάχνει την Παρασκευή. Κι ολόκληρο το κορμί μας που παράγει χρήμα γίνεται βλαμμένο και αποκρουστικό. Φτάνει στα άκρα. Ματώνει, σέρνεται, υπομένει. Κι έπειτα μέσα στην άγρια νύχτα όταν κλείνουν τα λαμπάκια του παγκόσμιου Λούνα Παρκ και μένει ολομόναχο με το καυλί στο χέρι και τη μήτρα στον αφρό, περιμένει τα χάπια, το αλκοόλ, τη μαστούρα, για να βγει για λίγο απ’ τη γραμμή παραγωγής. Για να μυρίσει λίγη αληθινή ζωή καμωμένη από σβουνιές και υγρά ακολασίας.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,

Ann Sexton: Γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,

Sexton AnnΚαλώς ήλθες, πρωινό
Υπάρχει σε όλα χαρά:
στα μαλλιά που κάθε πρωί βουρτσίζω,
στη χνουδωτή πετσέτα τη φρεσκοπλυμένη
που τρίβω στο κορμί κάθε πρωί,
στο ιερό των αβγών που μαγειρεύω
κάθε πρωί,
στην παράφορα του βραστήρα
που κάθε πρωί ζεσταίνει τον καφέ μου,
στο κουτάλι, στην καρέκλα
που με καλημερίζουν
κάθε πρωί,
στη θεϊκότητα του τραπεζιού
όπου τοποθετώ τ' ασημικά μου,
πιάτο και κούπα,
κάθε πρωί.
Όλα αυτά είναι Θεός,
εδώ ακριβώς, στο ανοιχτοπράσινο σπίτι μου
κάθε πρωί,
κι έχω σκοπό,
αν και το ξεχνάω συχνά,
να εκφράσω ευγνωμοσύνη,
να λιποθυμήσω δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας
σε προσευχή αγαλλίασης
καθώς τα ιερά πουλιά στο τζάμι
τσιμπολογούν του γάμου τους τα σπόρια.
Έτσι, καθώς το σκέφτομαι,
ας ζωγραφίσω στην παλάμη μου ένα «ευχαριστώ»
γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,
από φόβο μήπως δεν ειπωθεί.
Χαρά που δε μοιράζεται
πεθαίνει γρήγορα, έχω ακούσει.
https://www.politeianet.gr/selidodeiktis/ann-sexton-gi-auton-to-theo-auto-to-gelio-tou-proinou-871

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ






Δεν ξέρω αν αναγνωρίζουν οι λέξεις
όσο καλά και το ψωμί τη θέση του στο τραπέζι.
Αν έχουν ένστικτο να ξεχωρίζουνε τον κάτοχό τους
με όση ακρίβεια το κάνει
και του σκύλου η όσφρηση.
Αν όπως το ψωμί και το κρασί κατέχουν
θέση ορισμένη στο τραπέζι
και αν δίνουν τη ζεστασιά τους στα σίγουρα χέρια
κάποιου που ξέρει ετούτη τη στιγμή
τί είναι αυτό που επιθυμεί. Αν ζουν στο έλεος
εκείνου που αναμένεται απ’ αυτές
κι αν είν’ έτοιμες να μας το εμπιστευθούν,
όταν τους το ζητήσουμε,
το ποίημα. Ή αν, λιγότερο γενναιόδωρες απ’ το ψωμί,
με δισταγμό μόνο και με οργή, αλλά σοφές εν τέλει,
παραδίδουν τη σκοτεινή και τρομερή ζωή τους
σε όσους τις πολιορκούν και με πείσμα δοκιμάζουν
να τους ξεκλειδώσουν τα μυστήρια,
να τα φανερώσουνε και σε άλλους.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Στίλβοντος Αυγούστου και Εξάψεων



stilovontow
Ώρα μηδέν, εδώ, για κάθε τίποτα
Οι λύκοι στα βουνά με αίμα άγνωστο
διαβαίνουν στολισμένοι
Κότες και πρόβατα για τα μαμόθρεφτα στομάχια μας
Ριζίδια της αλάλητης παρθενίας
Μας ξέρουν οι βασίλισσες
απέξω κι ανακατωτά
Η λάβρα τους χολερική
Ορμά ο τριφηλός φορτηγατζής της ηδονής
Πετάει σαν πετριά την υποβάρβαρη γλυκιά του επιθυμία
Σπάει το παστέλι στα καπούλια της
Και γλείφει
Ως κάτω του καταγκρεμνού τις ασωτίες
Ως το μεταίχμιο των λάκκων
Ω ναι! ξαμοληθείτε σπερματόσποροι
Ως τα δαφνοστεφή μηλίγγια σκορπιστείτε
Σκίστε το πέπλο λυρισμού να βγει το αιματάκι
Να ξεπροβάλει ανυποψίαστη η τέρψη της Λαϊδος
Να καταπιεί τα βερονάλ του οργασμού
Τα ερωτικά κινίνα
Υπέρ ενδόξου στύσεως πεσόντες
Υπέρ Μαρίας Μαγδαληνής
Υπέρ Ουρουγουάης
Νόμοι του σύμπαντος
Γουργουριστά σαρκία των προγόνων μες στο σπέρμα μου
Θα πασαλείψω τώρα βαζελίνη την ενδόμυχη δειλία της
Θα εισβάλω
Θα ουρλιάξει αυτή
Θα βγει το Αχ σαν δαίμονας
Θα εκραγεί το πιο ακροτελεύτιο φωνήεν
Τα Αχ και Ωχ θα βγάζουνε σπινθήρες
Η ηδονή κι ο πόνος
Η σφύρα και ο άκμων
Ας υπάρχει ο παράδεισος
κι ας είναι η θέση μας στην κόλαση, κορίτσια

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Μεσημβρινό πορτραίτο ερωτομανούς



mesimbrino
Υπήρξα γητευτής
μες στη φυλλορροούσα δίνη των σκελιών σου
Όχι ένα ποίημα ακριβώς ερωτικό
Των γεγονότων ανασκάλεψα την ουσία
Για σένα για σένα για σένα
Τύλιξα το κορμί σου με το κορμί ενός άντρα
Αχ! οι ρίζες μας φτάνουν σε λάσπη πηχτή
Κι η λάσπη που είμαστε
από σπόρους και λουλούδια
από βροχούλες και σάλια
βαλσαμώνει τους νεκρούς
Μαζί αγκαλιάσαμε δέντρα και τάφους
Με στόματα πιο βιαστικά κι απ’ τα μάτια μας
καταβροχθίσαμε αυτό το αιώνιο ξενύχτι του κενού
Θέλω
να με ξυπνάει η γλώσσα σου
Εσύ η γλωσσοκοπάνα
την αυγή
να δοκιμάζεις του ασφόδελου τους πρώιμους καρπούς
Να σε μπουκώνει ο Όσιος Φαλλός
ως να παραδοθεί
στην αδιαλείπτως λειτουργούσα γκιλοτίνα των οδόντων σου

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

«Τελευταίος Σταθμός»


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-
ράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ποιήματα

Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα

Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.

Οἱ μουσικοὶ ἀριθμοί

Χωρὶς τὴ μαθηματικὴ τάξη, δὲν στέκει
τίποτε: Οὔτε οὐρανὸς ἔναστρος,
οὔτε ρόδο. Προπαντὸς ἕνα ποίημα.
Κι εὐτυχῶς ὅτι μ᾿ ἔκανε ἡ μοῖρα μου
γνώστη τῶν μουσικῶν ἀριθμῶν,
ὅτι κρέμασε μίαν ἀχτίνα ἐπὶ πλέον
τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας στὴν ὅρασή μου
καὶ κάνοντας τὰ γόνατά μου τραπέζι
ἐργάζομαι, ὡς νά ῾ταν νὰ φτιάξω
ἕναν ἔναστρο οὐρανό, ἢ ἕνα ρόδο.

Ἕνας μικρότερος κόσμος

Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγες· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουν στρατιῶτες
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ὅπλα
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αὐτὰ πρὸς τὴν ἔξοδο
τῶν δασῶν μὲ τοὺς λύκους· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ἔμποροι
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι σε ἀπόκεντρα
σημεῖα τῆς γῆς ὅπου ἀκόμη δὲν ἔγιναν ἁμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ἐλπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητῶν
δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ποτὲς ὁ παράδεισος.


Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της...

Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της,
ἐσύ. Μὰ πότε ἀνθίσατε;
Στέκομαι στὸ παράθυρο
καὶ σᾶς κοιτῶ καὶ κλαίω.
Τόση χαρὰ δὲν τὴν μποροῦν
τὰ μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
ὅλες τὶς στέρνες τ᾿ οὐρανοῦ
νὰ στὶς γιομίσω.

Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ

Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πᾶρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μία φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση
τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω
μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω
τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες
ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν
τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας
νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω
τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

Εἰρήνη εἶναι ὅταν...

Εἰρήνη, λοιπόν,
εἶναι ὅ,τι συνέλαβα μὲς ἀπ᾿ τὴν ἔκφραση
καὶ μὲς ἀπ᾿ τὴν κίνηση τῆς ζωῆς. Καὶ Εἰρήνη
εἶναι κάτι βαθύτερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε
ὅταν δὲν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Εἰρήνη εἶναι ὅταν τ᾿ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ
γίνεται ἔξω στὸ σύμπαν ἥλιος. Κι ὁ ἥλιος
ψυχὴ μὲς στὸν ἄνθρωπο.
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο: Δυὸ ἄνθρωποι
μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου)

Διεθνὴς Παιδούπολη Πεσταλότσι

Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν εἶναι πατρίδες
φερμένες ἐδῶ ἀπ᾿ τὰ τέσσερα σημεῖα τῆς γῆς
γιὰ ἕνα διάλογο ἀγάπης. Κοινὸ τὸ χορτάρι κι ὁ ἥλιος
καὶ τὰ χέρια ποὺ παίζουνε. Βλέπετε αὐτὰ τὰ παιδιὰ
ποὺ τὰ μάτια τους εἶναι γιομάτα οὐρανὸ
καὶ ἀθῳότητα; Εἶναι οἱ ἴδιοι αὐτοὶ
ποὺ σκοτώθηκαν στοὺς πολέμους.
ποὺ ἐξωσμένοι ἀπ᾿ τοῦ κόσμου αὐτοῦ τὴν ἀδιαίρετη
σκηνὴ ἐπαιτήσανε τὸ δικαίωμα
νὰ χαροῦνε τὴ γῆ ποὺ τοὺς γέννησε:
Νὰ κάθονται πάνω τῆς ἣ νὰ πορεύονται,
νὰ μαζεύουν λουλούδια, νὰ ψαρεύουν στὶς λίμνες,
νὰ σκάφτουν, νὰ χτίζουν, νὰ θαυμάζουν τὸν κόσμο
μὲς ἀπ᾿ τῶν ἄσπρων τους σπιτιῶν τὰ παράθυρα
δίχως φόβο· ἀσφαλεῖς καὶ ἰσότιμοι
ἀπέναντι στὴ βροχή. Οἱ ἴδιοι ποὺ πάλαιψαν
γενναῖα τὸ ἀδυσώπητο σκοτάδι
καὶ πέσανε. ποὺ ἔκαμαν
ὄμορφα ὄνειρα. Δὲν ἤτανε διαφορετικὰ
τὸ γέλιο, τὰ χέρια, οἱ κινήσεις τους,
κι ὅμως σκοτώθηκαν. Τὰ μάτια τους ἴδια
τὸ φῶς ποὺ ζητούσανε.
Κάθε πρωὶ
ποῦ βγαίνει ὁ ἥλιος στὴν πόλη τοῦ Τρόγγεν,
στὸ χωριὸ Πεσταλότσι, τὰ πράγματα εἶναι
τὸ ἴδιο ἁπλά, ὅπως ἄλλωστε ἦταν πάντοτε
σὲ τοῦτο τὸν κόσμο. Μονάχα πὼς τὰ πρόσωπα
ἐδῶ τῶν παιδιῶν εἶναι πατρίδες.
Κάθε πρωί, μὲ τὸ ἴδιο τραγοῦδι
καὶ κάτω ἀπ᾿ τὴν ἴδια ὑπόσχεση
ἀγάπης
ὅλα μαζὶ
εἶναι ἡ Ὑδρόγειος ποὺ προσεύχεται.

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!
Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης τῆς γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;... Νἀρθεῖς!

Ἐπιστροφή

Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,
μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.
-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.
Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει.
Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις,
μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω...

Σοῦ στήνω μία καλύβα

Σοῦ στήνω μία καλύβα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων,
ἕνα κῆπο νὰ περπατᾷς,ἕνα ρυάκι νὰ καθρεφτίζεσαι,
μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ νὰ μὴν σὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος
ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Σοῦ στήνω τ᾿ ὅραμά σου πάνω σ᾿ ὅλους τοὺς λόφους,
νὰ σοῦ φυσάει τὸ φόρεμα ἡ δύση μὲ δυὸ τριαντάφυλλα,
νὰ γέρνει ὁ ἥλιος ἀντίκρυ σου καὶ νὰ μὴ βασιλεύει,
νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φοῦχτες σου
τῶν παιδικῶν ματιῶν μου τὸ νερὸ - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!

Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό

Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!

Δίχως ἐσέ

Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
νερὸ τὰ περιστέρια
δίχως ἐσὲ δὲ θἄναβε
τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του
Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
τ᾿ ἄνθη της, στὴν ποδιά σου
φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό,
φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου
φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ φυσαρμόνικα

Θὰ βγῶ στὸν κάμπο νὰ μαζέψω
τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ ἥλιου,
νὰ πλάσω τὶς ἀκτίδες του -τοῦτο τὸ καλοκαίρι-,
νὰ πλάσω τὶς ἀκτίδες του σὲ φύλλα γιὰ νὰ γράψω
τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ τραγούδι σου, Ἑλληνόπουλο!
Γιατὶ τὸ χῶμα δὲ μὲ φτάνει! Δὲ μὲ φτάνει τὸ αἷμα μου!
Γιατὶ τὰ δάκρια μου δὲ φτάνουνε νὰ πλάσω τὸν πηλό μου!
Τί νὰ τὸ κάνω τὸ σπίτι μου; Ἔξω σὲ τραγουδᾶνε!
Ἔξω μιλοῦν γιὰ σένανε! Δέ μου φτάνει ἡ φωνή μου!
Θὰ τρέξω ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς «Ὄχι» στὸ θάνατο.
Θὰ τρέξω ἐκεῖ ποὺ πήγαινες σφυρίζοντας ἀντίθετα
στ᾿ ἀστροπελέκι,ἀντίθετα στὴ διαταγὴ
καὶ στὸ γλυκὸ ψωμὶ τῆς γῆς! Ἀντίθετα
στὰ γαλανά σου μάτια ποὺ ἦταν γιὰ τὸν ἔρωτα!

Ἐλεγεῖο πάνω στὸν τάφο ἑνὸς μικροῦ ἀγωνιστῆ

Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου λέμε τ᾿ ὄνομά μας.
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου σχεδιάζουμε τοὺς κήπους
καὶ τὶς πολιτεῖς μας
Πάνω στὸ χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.
Ἔχω κρατήσει μέσα μου τὴ ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερὸς ἦχος τοῦ πολυβόλου.
Θυμᾶμαι τὴν καρδιά σου ποὺ ἄνοιξε,
κ᾿ ἔρχονται στὸ μυαλό μου
κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα
ποὺ μοιάζουνε
σὰν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρὸς τὸν ἄνθρωπο
-ἔτσι μας μίλησε ἡ καρδιά σου.
Κ᾿ εἴδαμε πὼς ὁ κόσμος εἶναι μεγαλύτερος,
κ᾿ ἔγινε μεγαλύτερος γιὰ νὰ χωρᾷ ἡ ἀγάπη.
Τὸ πρῶτο σου παιγνίδι: Ἐσύ.
Τὸ πρῶτο σου ἀλογάκι: Ἐσύ.
Ἔπαιξες τὴ φωτιά. Ἔπαιξες τὸ Χριστό.
Ἔπαιξες τὸν Ἀη-Γιώργη καὶ τὸ Διγενῆ.
Ἔπαιξες τοὺς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ ποὺ κατεβαίνουνε
ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα.
Ἔπαιξες τὴ φωνὴ τῆς ἐλπίδας, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φωνή.
Ἡ πλατεῖα ἦταν ἔρημη. Ἡ πατρίδα εἶχε φύγει.
Ἦταν καιρός! Δὲ βάσταξε ἡ καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ἀκοῦς κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη σου τ᾿ ἀνθρώπινα μπουμπουνιτὰ τῆς Εὐρώπης!
Ἄναψες κάτω ἀπ᾿ τὸ σακκάκι σου τὸ πρῶτο κλεφτοφάναρο...
Καρδιὰ τῶν καρδιῶν! Σκέφτηκες τὸν ἥλιο, καὶ προχώρησες...
Ἀνέβηκες στὸ πεζοδρόμιο κ᾿ ἔπαιξες τὸν ἄνθρωπο!

Γαλήνη

Κρεμάστη ἀνάστροφα ἡ σελήνη πάνω στὸ χάος τὸ γαλανὸ
κι ὁ θεὸς προσμένει τὸ θεό του σὰν ἄνθρωπος στὸν οὐρανό.

Γράμμα

Δὲν ἔχω ἕνα φύλλο ἀπ᾿ τὰ παλιὰ πράσινα δέντρα.
Σοῦ γράφω τὴ λύπη μου σ᾿ αὐτὸ τὸ χαρτί.
τόσο ἐλαφριὰ ποὺ νὰ στὴ φέρει ὁ ἄνεμος,
τόσο καλὴ καὶ τρυφερὴ ποὺ νὰ μὴ παραξενευτεῖ ὁ ἥλιος,
εὐγενικὴ σὰν τὴ σιωπὴ ποὺ περπατεῖ στὸ χορτάρι
τὴ νύχτα, ἁπλὴ καὶ καθαρὴ σὰν τὸ νεράκι ποὺ τρέχει
καὶ δὲ μαντεύεις πὼς τὸ γέννησε ἡ χτεσινὴ καταιγίδα.
Πολλοὶ σκοτώθηκαν. Πολλοὶ ζοῦμε. Ὅλοι μας εἴμαστε
λαβωμένοι. Εἶναι βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο μας ὁ κόσμος.
Μὲ τὴ σιωπὴ τῆς θάλασσας θὰ λάβεις τὴ λύπη μου.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ αἰώνιό μου Μή με λησμόνει!
Εἶναι ἕνα φῶς διπλωμένο ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα μικρὸ συννεφάκι.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ ἀρνάκι, μιὰ κ᾿ εἶσαι κοντὰ στὸ θεό,
νὰ τ᾿ ὁδηγήσεις σ᾿ ἕνα πράσινο κῆπο του.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ βρέφος μὲ τὸ τσακισμένο ποδαράκι.
Ἀνεβασέ το στὸ παράθυρο μὲ τὸν αὐγερινό,
κοντὰ στὸν κόσμο, κοντὰ στὸ ὄνειρο,
κοντὰ στὴν καλοσύνη σου,ποὺ εἶναι ζεστὴ σὰ μιὰ ἀνάσα μητέρας,
κοντὰ στὸ τζάκι ποὺ ὀνειρεύεσαι μὲ τὸ χέρι στὸ μέτωπο
τὴν εὐτυχία τοῦ πεινασμένου, τοῦ στρατιώτη, τοῦ ἄρρωστου.
Βάλτο κοντὰ στὴν πράσινη σημαία. Κοντὰ στὸ κόκκινο
ἄλογο. Στὴ μητέρα σου πλάι, ποὺ τριγυρισμένη
ἀπ᾿ τοῦ Γενάρη τοὺς σπουργῖτες, γνέθει τὴν ἐλπίδα.
ἄλτο κοντὰ στὸ στεναγμὸ τῆς φιλίας. Κοντὰ-κοντά.
Βάλτο νὰ κάτσει, κι ἄνοιχτου σὰν ἕνα γέλιο τὸ παράθυρο
νὰ ἰδεῖ τὸν κόσμο.

Ἀνάμνηση ἀπ᾿ τὸν Ταΰγετο

Ἔστηνε ἡ Ἄνοιξη τὴν προτομή μου
σὲ μικροὺς λόφους εἰρήνης,
ἔλαμπε καθισμένο στὸ ραβδί μου ἕνα πουλὶ ἀπὸ φῶς
κ᾿ ἔβρεχε ἰριδισμοὺς στὰ πρόβατα τὸ αἰώνιο σέλας τῆς ἀγάπης.
Μὲς στὴ σιωπή, τὸ θαλασσὶ φλοίβησμα τοῦ αἱματός μου
ἀνάδινε τὸν ἦχο τοῦ ἀδραχτιοῦ τῆς μητέρας μου,
ποὺ ὕφαινε στῶν σταχτιῶν τὸ πράσινο καὶ τὸ λευκὸ μαλλὶ τοῦ αὐγερινοῦ.
Μικρὸς Ἑωσφόρος τοῦ φωτὸς στοῦ Εὐρώτα τὶς ροδοδάφνες,
ἔπαιρνα δίπλα τὰ βουνὰ βρεγμένος ἀπὸ τὸ φεγγάρι
μὲ δυὸ ἄσπρους κρίνους στὴν καρδιά,
μ᾿ ἑφτὰ σημαῖες στὰ χείλη,
κι ἀπάνω ἀπὸ τῶν γερακιῶν τὶς ἀτελεύτητες μοναξιὲς
ἐπόπτευα τὸ σύμπαν, θησαυρίζοντας τοπία
κι ἀλλοτινὰ φῶτα στὴ μνήμη μου.

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές...

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.
Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες -
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;

Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου

...Μὴν μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ πεῖς πὼς μ᾿ ἐγκατέλειψεν ἡ ἐλπίδα!
Καθὼς κοιτᾷς τὸν Ταΰγετο, σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα. Καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα. Καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπὸ τὰ δακρυά μου,
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμη πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!

Πλούμιτσα

Πρόσμενες νὰ μὲ δεῖς ὅπως τὸ δέντρο
ποῦ κουνιέται ἀπὸ τ᾿ ἄνθη του!.. Ὅμως ὄχι!
Χρειάζεται πολὺς ἥλιος γιὰ ν᾿ ἀνθίσεις!

Πικραμένος ἀναχωρητής

Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συνεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!

Μεταρσίωση

Τὸ πνεῦμα μου, σὰν οὐρανός, σὰν ὠκεανός, σὰν θάλασσα,
λύνεται ἀπόψε στὸ ἄπειρο χωρὶς νὰ βρίσκει ἀναπαμό.
Τὶς ζῶνες γύρω του ἔσπασε καὶ ἀνατινάζεται θερμὸ
τὸ πνεῦμα μου σὰν οὐρανός, σὰν ὠκεανός, σὰν θάλασσα.
Σὰν γαλαξίας ἀπέραντος τὸ σύμπαν σέρνω στὸ χορό.
Ἥλιο τὸν ἥλιο γκρέμισα, θόλο τὸ θόλο χάλασα,
κι εἶμαι σὰν μίαν ἀπέραντη, πλατιὰ γαλάζια θάλασσα,
ποὺ οἱ στενοὶ πάνω μου οὐρανοὶ δὲ μοῦ σκεπάζουν τὸ νερό.



Νικηφόρος Βρεττάκος - Ποιήματα


Σύντομο Βιογραφικό: Γεννήθηκε τὸ 1913 στὶς Κροκεὲς τῆς Λακωνίας. Ἐγκατέλειψε τὴν Νομικὴ σχολὴ γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικά στὴν λογοτεχνία. Ἐξέδωσε περισσότερες ἀπὸ 15 ποιητικὲς συλλογὲς καὶ ἀρκετὰ πεζὰ ἔργα. Στὰ ἔργα του ἐξυμνεῖ ὅσο λίγοι τὴν ἀγάπη, τὴν εἰρήνη, τὸν ἀνθρωπισμὸ καὶ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα. Τιμήθηκε μεταξύ ἄλλων, τρεῖς φορὲς μὲ τὸ Πρῶτο Κρατικὸ Βραβεῖο Ποίησης, καθώς καὶ μὲ τὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (1982), τῆς ὁποίας ἔγινε μέλος τὸ 1989. Πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1991.
Κύρια ἔργα: Κατεβαίνονταs στὴ σιγὴ τῶν αἰώνων (1933), Εἰκόνες ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα (1939), Ἡ ἡρωϊκή συμφωνία (1944), Ἡ παραμυθένια πολιτεία (1947), Τὸ βιβλίο τῆς Μαργαρίτας (1949), Ὁ Ταῢγετος καὶ ἡ σιωπή (1949), Δύο ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου (1949), Στὸν Ρόμπερτ Ὀπενχάϊμερ (1954), Ἡ μητέρα μου στὴν ἐκκλησία (1957), Βασιλική Δρῦς (1958), Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κόσμους (1958), Τὸ βάθος τοῦ κόσμου (1961), Ἐκλογὴ (1966), Ὀδύνη (1969), Ὁδοιπορία (1972), Διαμαρτυρία (1974), Τὸ Ἀπογευματινό Ἡλιοτρόπιο (1976), Ὁ Προμηθέας ἢ τὸ παιχνίδι μιᾶς μέρας (1979), Λειτουργία κάτω ἀπ᾿ τὴν Ἀκρόπολη (1981), Τὰ ποιήματα (1981), Ὁ διακεκριμένος πλανήτης (1983), Συνάντηση μὲ τὴ θάλασσα (1991).
Ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991), γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης, εἶναι «Ποιητὴς τῆς ἐλεύθερης φαντασίας, ἀφήνεται σὲ λυρικὲς ὀνειροπολήσεις, ἄλλοτε στοὺς κανόνες τῆς μετρικῆς καί, συχνότερα, σὲ ρυθμικὴ διαδοχὴ στίχων. Ἰδιοσυγκρασία εὐαίσθητη, φύση συναισθηματικὴ καὶ γνησίως λυρική, τυλίγει τὰ γραπτά του μὲ μιὰ διάχυση τρυφερότητας, δινοντὰς τοὺς τὸ ἅπλωμα, τὸ γύρισμα καὶ τὴν ἐλαστικότητα τῆς φαντασίας του».

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.htm#Η_ΕΛΛΗΝΙΚΗ_ΓΛΩΣΣΑ

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Ορφικός Ύμνος Αθηνάς





Ἀѳηνᾶς
ѳυμίαμα ἀρώματα

Παλλὰς μουνογενής μεγάλου Διὸς ἔκγονε σεμνή,
δῖα, μάκαιρα ѳεά, πολεμόκλονε, ὀμβριμόѳυμε,
ἄρρητε, ῥητή, μεγαλώνυμε, ἀντροδίαιτε,
ἣ διέπεις ὄχѳους ὑѱαύχενας ἀκρωρείους
ἠδ’ ὄρεα σκιόεντα, νάπαισί τε σὴν φρένα τέρπεις,
ὁπλοχαρής, οἰστροῦσα βροτῶν ѱυχὰς μανίαισι,
γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη ѳυμὸν ἔχουσα,
Γοργοφόνη, φυγόλεκτρε, τεχνῶν μῆτερ πολύολβε,
ὁρμάστειρα, φίλοιστρε κακοῖς, ἀγαѳοῖς δὲ φρόνησις·
ἄρσην μὲν καὶ ѳῆλυς ἔφυς, πολεματόκε, μῆτι,
αἰολόμορφε, δράκαινα, φιλένѳεε, ἀγλαότιμε,
Φλεγραίων ὀλέτειρα Γιγάντων, ἱππελάτειρα,
Τριτογένεια, λύτειρα κακῶν, νικηφόρε δαῖμον,
ἤματα καὶ νύκτας αἰεὶ νεάταισιν ἐν ὥραις,
κλῦѳί μου εὐχομένου, δὸς δ’ εἰρήνην πολύολβον
καὶ κόρον ἠδ’ ὑγίειαν ἐπ’ εὐόλβοισιν ἐν ὥραις,
γλαυκῶφ’, εὑρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια.



Απόδοσις Ύμνου Αθήνας

Ώ Παλλάδα μονογενής, πού είσαι το σεμνό τέκνον του μεγάλου Διός, σεβαστή μακαριά θεά, πού διεγείρεις τον θόρυβο του πολέμου, κρατερόκαρδε.
Σύ αγαπάς τα όπλα οιστρηλατείς (ξεσηκώνεις) τις ψυχές των ανθρώπων με μανίες είσαι η κόρη πού γυμνάζεις (ασκείς) καί έχεις φρικτήν οργήν (διότι τρομάζουν με την Οργή σου).
Εσύ εφόνευσες την Γοργόνα, αποφεύγεις το συζυγικό κρεββάτι, αλλά είσαι ή
πολυευτυχι-σμένη μητέρα των τεχνών.
Εσύ παρέχεις παρορμήσεις, αγαπάς να ξεσηκώνης οίστρον (μανίαν) εις τους κακούς, ειςτους ανθρώπους όμως είσαι ή φρόνησις (ή φρονιμάδα) εγεννήθης εκ φύσεως αρσενική καί θηλυκή, εσύ γεννάς τους πολέμους, αλλά είσαι και ή σύνεσις.
Ποικιλόμορφε, πού βλέπεις με οξύτητα, ενθουσιαστική, πού έχεις λαμπράν τιμήν εσύ
εξωλόθρευσες τους Φλεγραίους γίγαντας, εσύ οδηγείς τους ίππους. Είσαι ή Τριτογένεια μας απαλλάσσεις από τα κακά, είσαι ή θεά. πού μας φέρεις την νίκην ή γαλανομάτα, ή εφευρίσκουσα τέχνας, ή βασίλισσα πού δέχεται πολλές ικεσίες ήμερα καί νύχτα πάντοτε στις τελευταίες ώρες άκουσε τις ευχές μου καί δόσε μας είρήνην, πού παρέχει πολλήν εύτυχίαν, καί ικανοποίησιν καί υγείαν μ’ ευτυχισμένες ώρες.
Πηγή Αποδόσεως του Ύμνου : www.misraimmemphis.org
Ψηφιακή Ανασύνθεση Εικόνας :  Alexander Scaramanga   https://www.behance.net/gallery/6073289/Divinities
http://hellenictheology.gr/orfikos-ymnos-athinas/

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Ο ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ ΕΙΜΑΙ









Ο αιρεσιάρχης είμαι όλων των εκκλησιών
Κι εσένα προτιμάω εγώ απ’ ό,τι αξίζει τον κόπο να ζήσει
  ή να πεθάνει
Το θυμίαμα τόπων αγίων σού φέρνω και του φόρουμ το άσμα
Κοίτα μ’ εδώ με ματωμένα τα γόνατά μου που προσεύχομ’ εμπρός σου
Δες τα σκαμμένα μου μάτια για ό,τι δεν είναι φλόγα δική σου
Είμαι κουφός σε όποιον θρήνο δεν βγαίνει από το στόμα σου
Δεν καταλαβαίνω τα εκατομμύρια νεκρούς παρά μόνο
  εάν εσύ γι’ αυτούς ολοφύρεσαι
Στα πόδια σου νιώθω τον πόνο όλων των λιθόστρωτων
Και στα χέρια σου τα σκισμένα απ’ όλους τους φράχτες με βάτους
Και απ’ όλα τα φορτία που κουβάλησαν στο μαρτύριό τους οι ώμοι σου
Όλη του κόσμου η δυστυχία είναι μέσα σ’ ένα μονάχα δάκρυ δικό σου
Ποτέ μου δεν είχα υποφέρει πριν από σένα
Αν μπορώ ίσως να πω πως υποφέρει
Το κτήνος που εκβάλει την κραυγή του λαβωμένο
Πώς μπορείτε να συγκρίνεστε με το κακό των ζώων
Με αυτή την υαλογραφία σε χίλια κομμάτια όπου γίνεται μια σταύρωση
  τη μέρα
Εσύ μου εδίδαξες την αλφαβήτα του πόνου
Και τώρα ξέρω να διαβάζω τους λυγμούς Είναι όλοι τους φτιαγμένοι
  απ’ τ’ όνομά σου
Απ’ τ’ όνομά σου μόνο απ’ τ’ όνομά σου το σπασμένο απ’ τ’ όνομά σου
  από ξεφυλλισμένο ρόδο
Το όνομά σου ο κήπος όλων των Παθών
Το όνομά σου που θα πήγαινα να το γράψω και στο πυρ το εξώτερον
  μπροστά σε όλον τον κόσμο
Σαν τούτα τα μυστηριώδη γράμματα πάνω στο σταυρό του Χριστού
Το όνομά σου η κραυγή της σάρκας μου και της ψυχής μου
  ο σπαραγμός
Το όνομά σου για το οποίο όλα τα βιβλία θαν τά ’καιγα
Το όνομά σου η σύμπασα γνώση στα βάθη της ανθρώπινης ερήμου
Το όνομά σου που είναι για μένα η ιστορία του σύμαπντος αιώνος
Των ασμάτων το άσμα
Το ποτήρι που έχει μέσα νερό πλάι στων καταδίκων την άλυσο
Και όλα τα φωνήεντα δεν είναι παρά ένας κάμπος με πατομπούκαλα
  στην πύλη μιας πόλης κολασμένης
Όταν τ’ όνομά σου τραγουδάει στα σκασμένα μου χείλη
Το όνομά σου μόνο και ό,τι μου κόβει τη γλώσσα
Το όνομά σου
Όλη η μουσική την κρίσιμη στιγμή του θανάτου


http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Στρατής Παρέλης, Αττική και πάσης Ελλάδος..

Issuu is a digital publishing platform that makes it simple to publish magazines, catalogs, newspapers, books, and more online. Easily share your publications and get them in front of Issuu’s millions of monthly readers. Title: Στρατής Παρέλης, Αττική και πάσης Ελλάδος.., Author: Εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ,…
ISSUU.COM

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

ΑΔΕΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ









Σε κάτι λοφοπλαγιές κοντά στο χωριό κατασκηνώνουν χωράφια που βγάνουν μιμόζες. Την εποχή της συγκομιδής των καρπών συμβαίνει ενίοτε να συναπαντήσεις, αρκετά μακριά απ’ τον τόπο της, κάποια κοπέλα που ευωδιάζει μύρα εξαιρετικά χιλιάδες και που τα χέρια της έχουν εργαστεί σκληρά, πολύ σκληρά όλη μέρα ανάμεσα στα εύθραυστα κλαράκια. Όμοια με λάμπα είναι και μ’ ένα φωτοστέφανο αρώματος πλατύτατο απομακρύνεται, φεύγει, πηγαίνει έχοντας πια το ηλιοβασίλεμα στα νώτα της.
  Να της απευθύνεις το λόγο θά ’τανε ιεροσυλία.
  Τα χόρτα λειώνουν κάτω απ’ τα σχοινένια της παπούτσια· άνοιξέ της δρόμο να διαβεί, να πάει. Μπορεί και νά ’σαι τυχερός και να διακρίνεις να διαγράφεται στα χείλη της η χίμαιρα της υγρασίας που αρδεύει βαθιά τη Νύχτα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Νεότερος



Αισθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Σάντρο Πέννα, ποιήματα









μετάφραση: Γιάννης Η.Παππάς.




«Άσε με να φύγω, ξημέρωσε».

Κι εγώ ξανάμεινα μόνος ανάμεσα

στις άδειες ατέλειωτες καμπίνες πλάι στη θάλασσα.

Ανάμεσα στις ανώνυμες και σιωπηλές καμπίνες

έψαχνα καταφύγιο;

Η θάλασσα, η καθαρή θάλασσα

δεν στράφηκε σε μένα με το φως της;

Σώθηκε μόνο η μελαγχολία;

Η αυγή μου ξανάδειξε, κουρασμένη, ένα δρόμο.



=======================

Το μάθημα της αισθητικής



«Μα τι ομορφιά υπάρχει στην ποίηση;»

Κοίτα, όταν βλέπεις έναν δυνατό φίλο

περιστοιχισμένο από γυναίκες, όταν είσαι μαγεμένος

απ’ τη μουσική και κάτω απ’ τον προβολέα

λάμπουν τα χρώματα μιας ντίβας που ημίγυμνη

κατεβαίνει στην πλατεία, εκεί που ανατριχιάζεις

κρυμμένος μέσα σε τόσον κόσμο

όταν μια σκοτεινή και ήσυχη βραδιά μες την πλατεία

φίλοι χορεύουν δίχως γυναίκες

στους ήχους μιας φυσαρμόνικας και συ

δεν είσαι απ’ αυτούς; αυτό λοιπόν δεν το βρίσκεις

ωραίο; Είναι ωραίο ακόμη και γι’ αυτόν

τον ηλικιωμένο κύριο που αποκαλείται κριτικός

που τόσα όμορφα βρίσκει και μάλιστα

προχώρησε ακόμη πιο πολύ

ανακαλύπτοντας στον κόσμο – κι ίσως παραπέρα–

ωραία πράγματα πάντα πιο ωραία·

κι όμως ξαναλέει με αγάπη: «πόσο όμορφο είναι αυτό το ποίημα!»

Και συ με κοιτάζεις και δεν μου δίνεις ούτε ένα φιλί;





===========================

Αγάπη, νιάτα, όμορφες λέξεις

τι λάμπει πάνω σας και σας στραγγίζει;

Απομένει μια μυρωδιά από ξεραμένα κουράδια

στα ηλιόλουστα μονοπάτια.



======================

Η ποίησή μου δε θα είναι

ένα ελαφρό παιχνίδι

φτιαγμένο από ωραίες και άρρωστες λέξεις

(ήλιος του Μάρτη καθαρός πάνω

σε πράσινα πλατανόφυλλα που τρέμουν).

Η ποίησή μου θα ορμήσει δυνατά

για να χαθεί μες στην απεραντοσύνη

(παιχνίδια ενός όμορφου αθλητή

στο αργό καλοκαιρινό απόγευμα).



=========================

Το αγόρι που ακούει στα βιβλία

τραγούδια για χαμένες αγάπες

δεν καταλαβαίνει τίποτα. Κοιτάζει,

κοιτάζει ένα κομμάτι γυαλί στη σκεπή

να αστράφτει

στο φλεγόμενο ηλιοβασίλεμα…

σκύβει έπειτα πάνω στο δέρμα του

όπως πάνω σ’ ένα λευκό ημερολόγιο.



======================

Η σκιά ενός ελαφρού σύννεφου

με πήγε σ’ ένα αγόρι

που βγαίνοντας απ’ το ρυάκι

γυμνό, ξάπλωσε στο χορτάρι.

Ένιωσα

όπως μετά την πρώτη μεταλαβιά.



Και πάνω της

κύλησαν μέρες πράσινες και ίδιες

και μονότονα δειλινά με τις γυναίκες

να κάθονται στα κατώφλια έρημων δρόμων

να γνέθουν και να κεντάνε.





================================



Φίλα με στο στόμα, τελευταίο καλοκαίρι.

Πες μου ότι δεν θα φύγεις μακριά.

Επέστρεφε με τον έρωτα στις πλάτες,

και το βάρος σου δεν θα είναι πια ανώφελο.



===============================



Άλφιο, κάποιο τραίνο σε παίρνει πολύ μακριά.

Μα πού παίρνεις τα μάτια σου τα λυπημένα

και χαρούμενα μαζί; Χαράζει η αυγή

και μοιάζει κιόλας μακρινό το βράδυ

που έφυγε μαζί μας πριν από λίγο.

Το βράδυ που δε θέλησες να μου χαρίσεις

αυτό το μόνο που άξιζα, αυτό

που κι αν δε δόθηκε μου καίει την καρδιά και το μυαλό

τόσο πολύ που αυγή και βράδυ και πρωί

μπερδεύονται

και μέσα κει βλέπω μονάχα το φως σου.



=============================



«Ποιητή αποκλειστικά του έρωτα»

με έχουν αποκαλέσει. Και ίσως να ’ταν αλήθεια.

Όμως ο αέρας εδώ πάνω στο χορτάρι και οι θόρυβοι

της μακρινής πόλης

δεν είναι κι αυτοί έρωτας;

Κάτω από τα ζεστά σύννεφα

δεν υπάρχουν ακόμη οι ήχοι

ενός φλογερού έρωτα

και δεν φεύγει πια;



===================================


Διαφορετικό


Λαχταράω να φιλήσω ένα ωραίο αγόρι.

Ήλιος με φεγγάρι, θάλασσα με δάση.

Όλα να τα φιλήσω σ’ ένα στόμα.



Το αγόρι δεν ξέρει. Τρέχει σε μια πόρτα

λυπημένου φωτός. Και το στόμα του είναι νεκρό.



=================================


Ο φθινοπωρινός αέρας κουνάει τις περσίδες σου.

Αποχαιρέτα τώρα πια τα τολμηρά σου νιάτα,

φωτεινά μάτια καρφωμένα στις περσίδες.



==================================



Το μαύρο τραίνο που έτρεχε στη μέση

της νεκρής αλλά ηλιόλουστης εξοχής



ζωντάνευε στο παραθυράκι σαν

ένα κόκκινο λουλούδι χωρίς λάμψη

ένας νεαρός που πήγαινε στη δουλειά του.



Ένας νεαρός που πήγαινε στη δουλειά του.

Ενώ ένας άλλος ήταν ξαπλωμένος σε ένα ρέμα

δεν ξέρεις εάν είναι κοιμισμένος ή ζωντανός

ανάμεσα σε μια αναλαμπή του ήλιου και σε μια άλλη του νερού.



Ένας νεαρός που πήγαινε στη δουλειά του!



(σημ.Η ανθολογία με τα ποιήματα του Σάντρο Πέννα θα κυκλοφορήσει το 2015)

http://www.oanagnostis.gr/santro-penna-piimata/

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

"Αισιοδοξία"

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
"Αισιοδοξία" -Χρονογραφία
Κώστας Καρυωτάκης
11/11/2896 - 21/7/1928

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Πωλ Ελυάρ ~ Ζωγραφιστά Λόγια ~


Για να νιώσεις το παν ,
Ακόμη και το δέντρο με την πρωραία ματιά
της σαύρας και της κληματίδας
το δέντρο τ’ αξιολάτρευτο ,
τη φωτιά τ’ αδιέξοδο


Για να σμίξεις δρόσο και φτερούγα ,
σύννεφο και καρδιά, νύχτα και μέρα
παράθυρο κι όποια να ‘ναι χώρα

Γiα να καταργήσεις του μηδενικού τον μορφασμό
που θα κυλήσει μεθαύριο στο χρυσάφι
Για να ξεκόψεις ,
με τις μικροπρέπειες των θρεμμένων
απ’ τους ίδιους των εαυτούς γιγάντων

Για να δεις όλα τα μάτια έτσι ωραία
Όσο κι εκείνα που ατενίζουνε
θάλασσα που τα πάντ’ αφομοιώνει

Για να δεις τα μάτια ν’ αντικαθρεφτίζουνε
μέσα τους πάλι όλα τα μάτια

Για να γελάς που κάποτε ιδροκόπησες ,
ξεπάγιασες και πείνασες και δίψασες

Για να ‘ναι και το να μιλάς όσο και να φιλάς
γενναιόδωρο

για ν’ αναδέψεις κολυμβήτρια και ποτάμι,
κρύσταλλο και χορεύτρια θύελλας

Χαραυγή και καρδιάς Άνοιξη
φρονιμάδες και πόθους παιδιάστικους

Για να δώσεις στη γυναίκα
τη μοναχική και τη συλλογισμένη
τη μορφή των χαδιών
που ονειρεύτηκε

Για να ‘ναι η έρημος μες στη σκιά
Κι όχι διόλου μες στη σκιά Μου
Όλα ορίστε
Δίνω
Τ’ αγαθά μου
Όλα τα Δικαιώματά μου.


Aπόδοση: Οδυσσέας Ελύτης-Δεύτερη Γραφή

...«Τρία γράμματα προς τη μητέρα»


Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου,
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο,
αν το βρεις ασήκωτο,
είναι που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο.
Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος, μητέρα.
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε,
στο κάτω-κάτω την Κερύνεια δεν τη βλέπουμε,
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας ,
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντί μας ,
και μας κοιτάζει , και μας κοιτάζει μ’ ένα τρόπο …
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας ,
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν το Μόρφου,
και δε μπορεί να κρυβεί σαν την Κερύνεια
και σαν την Αμμόχωστο.
Και λέει: “Λοιπόν’;
και μας ρωτά: “Λοιπόν’;

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ


Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεων μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.

ΔΙΑΛΟΓΟΙ - Νίκος Καρούζος

Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ





Η καμπύλη των ματιών σου κάνει το γύρο της καρδιάς μου,
Ένας κύκλος χορού και γλύκας ,
Φωτοστέφανο του χρόνου, λίκνο ασφαλές της νύχτας,
Κι αν δεν γνωρίζω πια όλα όσα έχω ζήσει
Είναι επειδή τα μάτια σου δεν μ’ έχουν πάντοτε θωρήσει.


Φύλλα της μέρας και πάχνης αφρός,
Μυρωμένα χαμόγελα, του ανέμου καλαμιές,
Φτερούγες που σκεπάζουν τον κόσμο με φως
Καράβια φορτωμένα με θάλασσα και ουρανό,
Θορύβων κυνηγοί και χρωμάτων πηγές,

Αρώματα βγαλμένα από χαραυγής εκκολαπτήριο
Που κείτεται αιωνίως πάνω στων αστεριών την καλαμιά,
Όπως η ημέρα από την αθωότητα εξαρτάται
Όλη η πλάση από τα αγνά σου μάτια εξαρτάται ,
Κι όλο το αίμα μου μέσα στο βλέμμα τους κυλά 

(Capitale de la douleur, (1926)
Μτφρ: Ιωάννα Αβραμίδου

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η Μαρίνα των βράχων








Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη –Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο


Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών


Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια*


–Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου 'λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου*

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ' άρωμα των γυακίνθων –Μα πού γύριζες


Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του


Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας*.
Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο
άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο.
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.